Τρίτη, Μαρτίου 31, 2015

Ερωτοτροπίες

Χαβιέρ Μαρίας
Ερωτοτροπίες
Πατάκης, 2015
Μετ. Χριστίνα Θεοδωροπούλου
Όταν κλείνω την τελευταία σελίδα ενός καλού βιβλίου, ταυτόχρονα με την ικανοποίηση που μου άφησε το ωραίο ανάγνωσμα, με κυριεύει και μια μελαγχολική σκέψη. Πότε θα ξανασυναντήσω ένα εξίσου καλό βιβλίο; (Εξαιρώ βέβαια τα κλασικά αριστουργήματα, που αν και μπορεί να τα έχω μισοξεχάσει, δεν έχω τη διάθεση να ξαναδιαβάσω. Εννοώ ένα σύγχρονο καλό βιβλίο).
Τη μελαγχολική αυτή διάθεση δεν απέφυγα και σήμερα, καθώς τέλειωνα το μυθιστόρημα του Ισπανού Χαβιέρ Μαρίας, "Ερωτοτροπίες". Νομίζω πως ο τίτλος είναι παραπλανητικός και αδικεί το βιβλίο, δίνοντας την εντύπωση ενός ακόμα αισθηματικού ευπώλητου. Και ίσως να μην το πρόσεχα και να μην το αγόραζα αν δεν μου το σύστηνε η άγνωστη διαδικτυακή σχολιάστρια του blog μου, Evitaki2, την οποία και ευχαριστώ.
Χαρακτήρισα τον τίτλο παραπλανητικό. Όχι γιατί δεν υπάρχει στο βιβλίο έρωτας, ίσα-ίσα αυτός είναι το "κινούν" το όλο έργο. Όμως η αξία και το ενδιαφέρον του βιβλίου δεν βρίσκεται στο ερωτικό στοιχείο. Βρίσκεται στις σκέψεις, στη ψυχολογική εμβάθυνση και ανάλυση, στην καταβύθιση στα άδυτα του μυαλού και της συνείδησης, στον προβληματισμό γύρω από το θάνατο, τη βίωση του πένθους, το τυχαίο, τη σύμπτωση. Γύρω ακόμα από την αναφορά και άντληση παραδειγμάτων από κλασικά λογοτεχνικά έργα: Ένα διήγημα του Μπαλζάκ, τους Τρεις Σωματοφύλακες, τον Μάκβεθ. Έργα στα οποία (ιδίως στον Μπαλζάκ) ο συγγραφέας επανέρχεται ξανά και ξανά.
Πρωτοπρόσωπη αφηγήτρια είναι η Μαρία Ντολθ, που εργάζεται σ' έναν εκδοτικό οίκο. Κάθε πρωί, πριν πάει στη δουλειά της, συνηθίζει να παίρνει το πρόγευμά της σε μια γειτονική καφετέρια. Εκεί για καιρό πολύ βλέπει από μακριά ένα άγνωστό της ζευγάρι, που επίσης προγευματίζει εκεί. Της φαίνονται τόσο αγαπημένοι, τόσο δεμένοι μεταξύ τους καθώς διακριτικά τους παρατηρεί και μέσα της τους ονομάζει "Το τέλειο ζευγάρι". Αισθάνεται μια αισιοδοξία καθώς τους βλέπει, ένα συναίσθημα ότι η μέρα της θα πάει καλά και στενοχωριέται όταν κάποτε το ζευγάρι για εβδομάδες δεν εμφανίζεται. Όλως τυχαίως θα μάθει ότι ο άντρας, που λεγόταν Μιγέλ Ντεβρέν ή Ντεσβρέν δολοφονήθηκε από έναν άγνωστό του. Κατά λάθος; Τον νόμισε για κάποιον άλλον; Για λάθος λόγους; Το τυχαίο υπεισέρχεται στη ζωή μας κι όταν η αφηγήτρια θα συναντήσει τη χήρα του Ντεβρέν, εκείνη, παρ' όλη τη θλίψη θα ομολογήσει, μιλώντας για το δολοφόνο: "Αυτός ο άνθρωπος έχει για μένα την ίδια αξία με μια μαρκίζα που αποσπάται και σου πέφτει στο κεφάλι ακριβώς την ώρα που περνάς από κάτω, θα μπορούσες να μην έχεις περάσει εκείνη τη στιγμή-ένα λεπτό πριν και ούτε που θα το είχες πάρει είδηση. Ή με μια σφαίρα από κάποιο κυνήγι, ριγμένη από έναν ατζαμή ή έναν ηλίθιο-θα μπορούσες να μην είχες πάει εκείνη την ημέρα στην εξοχή. Ή μ' έναν σεισμό που σε πετυχαίνει σε κάποιο ταξίδι, θα μπορούσες να μην είχες πάει σ' αυτό το μέρος".
Μια γνωριμία της Μαρία Ντολθ με τον στενό φίλο του Ντεβρέν, Χαβιέρ Ντίαθ-Βαρέλα, θα οδηγήσει σ' ένα ερωτικό δεσμό μεταξύ τους. Μακροσκελείς συζητήσεις, σκέψεις, ανατροπές, διαδέχονται η μια την άλλη. Σκέψεις γύρω από τη ζωή και το θάνατο, τη βίωση του πένθους, τη φιλία, τον έρωτα. Λέει κάποια στιγμή ο Ντίθ-Βαρέλα συνομιλώντας με τη Μαρία: " Και βέβαια κλαίμε τον φίλο, όπως εγώ έχω κλάψει τον Μιγέλ, αλλά μέχρι και σ'αυτό υπάρχει μια ευφραντική αίσθηση επιβίωσης και μιας καλύτερης προοπτικής, του να είσαι εσύ αυτός που παρευρίσκεται στον θάνατο του άλλου και όχι το αντίθετο, του να μπορείς να ατενίσεις ολόκληρο το κάδρο και στο τέλος να διηγηθείς την ιστορία, να αναλάβεις τους ανθρώπους που αφήνει απροστάτευτους και να τους παρηγορήσεις. Καθώς οι φίλοι πεθαίνουν, Ένας λιγότερος, ένας λιγότερος, εγώ ξέρω τι απέγιναν εκείνοι μέχρι την τελευταία στιγμή και είμαι αυτός που μένει για να τα διηγηθεί. Απεναντίας, εμένα κανείς δεν θα με δει να πεθαίνω απ' όσους νοιάζονται αληθινά για μένα, ούτε θα είναι σε θέση να διηγηθεί ολόκληρη την ιστορία μου, επομένως κατά μία έννοια θα είμαι πάντα ανολοκλήρωτος, επειδή εκείνοι δεν θα είναι βέβαιοι ότι εγώ δεν συνεχίζω να είμαι αιώνια ζωντανός, αφού δεν θα με έχουν δει να χάνομαι".
Αλλού πάλι λέει ο Ντίαθ-Βαρέλα: "Κανείς δεν μπορεί να διαμαρτύρεται επειδή δεν έχει γεννηθεί ή επειδή δεν ήρθε νωρίτερα στον κόσμο ή επειδή δεν βρίσκεται πάντα σ'αυτόν, επομένως γιατί θα 'πρεπε να διαμαρτύρεται κανείς που πεθαίνει ή που δεν βρίσκεται ύστερα στον κόσμο ή που δεν μένει πάντα σ' αυτόν; Τόσο το ένα όσο και το άλλο του φαίνονταν το ίδιο παράλογα. Κανείς δεν φέρνει αντιρρήσεις για την ημέρα της γεννησής του, κατά συνέπεια δεν θα έπρεπε να έχει αντιρρήσεις ούτε για την ημερομηνία του θανάτου του, που οφείλεται εξίσου  στο τυχαίο".
Λίγα μόνο δείγματα απ' αυτό το μυθιστόρημα που είναι βέβαιο θα αγαπήσουν όσοι δεν περιορίζονται μόνο στην πλοκή, αλλά αναζητούν από την ανάγνωση κάτι βαθύτερο, ουσιαστικότερο, κάτι που θα βάλει σε κίνηση τη σκέψη.
(ebook)

Κυριακή, Μαρτίου 22, 2015

Το κορίτσι του τρένου

Πόλα Χόκινς
Το κορίτσι του τρένου
Ψυχογιός, 2015
Μετ. Αναστάσιος Αργυρίου
Δεν είναι γιατί δεν υποψιαζόμουν τι θα μπρούσε να είναι ένα ευπώλητο της αγγλόφωνης λογοτεχνίας που το πήρα. Ούτε γιατί παρασύρθηκα από την πληθώρα των επαινετικών σχολίων του αγγλόφωνου κοινού. Εν γνώσει μου αγόραζα ένα βιβλίο, παρόμοιο με χιλιάδες άλλα, που δεν θα είχε να μου προσφέρει πολλά πράγματα. Έλα όμως  που ήταν Σαββατόβραδο, που ήθελα οπωσδήποτε κάτι καινούριο για διάβασμα και που μόνο η ηλεκτρονική αγορά θα μπορούσε τέτοια ώρα και μέρα να μου προσφέρει! 
Και είναι αυτό το παράπονό μου από τους εκδοτικούς οίκους. Γιατί είναι τόσο λίγα τα αξιόλογα βιβλία που εκδίδονται σε ηλεκτρονική μορφή; Στοιχίζει άραγε τόσο πολύ η ταυτόχρονη έκδοση έντυπης και ηλεκτρονικής μορφής; Τι είναι αυτό που εμποδίζει την παράλληλη έκδοση; Μήπως, μεταξύ άλλων, είναι και ο φόβος των δυσμενών επιπτώσεων στα βιβλιοπωλεία ή σε άλλους συναφείς κλάδους; Όμως αυτός ο φόβος και ο κίνδυνος πάντα υπάρχει με την εφαρμογή κάθε καινοτομίας. Για παράδειγμα, τα αυτοκίνητα εξαφάνισαν τις άμαξες και τους αμαξάδες, τα μηχανήματα περιόρισαν την ανθρώπινη εργασία, οι υπολογιστές εξάλειψαν τη χρήση γραφομηχανών κ.λπ., αλλά πάντα οι άνθρωποι προσαρμόζονταν αλλάζοντας επάγγελμα, μεθόδους, τρόπο ζωής. Γιατί λοιπόν να μην αλλάξει και η μορφή των βιβλίων; Τουλάχιστον των λογοτεχνικών, πλείστα από τα οποία προορίζονται για μια και μόνο ανάγνωση; Η ηλεκτρονική μορφή μας επιτρέπει να αγοράζουμε ένα βιβλίο φθηνότερα, όποια ώρα θέλουμε, χωρίς να μετακινούμαστε, χωρίς σπατάλη χαρτιού και προπάντων χωρίς να χρειαζόμαστε τεράστιους χώρους αποθήκευσης.
Έτσι λοιπόν, συνειδητά, χωρίς μεγάλες προσδοκίες, αγόρασα το συγκεκριμένο βιβλίο. Χαρακτηρίζεται ως "ψυχολογικό θρίλερ". Η τεχνική του, δηλαδή η χρησιμοποίηση πέραν του ενός αφηγηματικού προσώπου, έχει πολυχρησιμοποιηθεί. Στο "Κορίτσι του τρένου" τρεις είναι οι πρωτοπρόσωπες αφηγήτριες: Η Ρέιτσελ, που μπορεί να θεωρηθεί ως η βασική ηρωίδα, όχι μόνο γιατί μιλάει περισσότερες φορές από τις άλλες δυο, αλλά και γιατί έχει τον κυριότερο ρόλο. Αυτή άλλωστε είναι το κορίτσι του τρένου. Οι άλλες δυο είναι η Άννα, παντρεμένη με τον Τομ, πρώην σύζυγο της Ρέιτσελ, και η Μέγκαν, παντρεμένη με τον Σκοτ.
Η Ρέιτσελ παίρνει κάθε μέρα τις ίδιες ώρες το τρένο, για να πάει και να επιστρέψει από το Λονδίνο. Την ίδια ώρα κάθε μέρα, όταν το τρένο σταματά σ' ένα σηματοδοτότη, παρακολουθώντας τα σπίτια που είναι πλάι στις γραμμές του τρένου, την προσοχή της Ρέιτσελ ελκύει ένα ζευγάρι που της φαίνεται πολύ ευτυχισμένο. Η Ρέιτσελ που είναι αλκοολική, με διαταραγμένη προσωπικότητα, με κενά μνήμης, κάποια μέρα θα γίνει μέρος της ζωής αυτού του ζευγαριού, αλλά με κάποιο θα εμπλακούν και οι άλλες δυο αφηγήτριες.
Η αφήγηση προχωρεί πολύ αργά, με επαναλαμβανόμενες παρόμοιες σκηνές, έστω κι αν δίνονται από τη διαφορετική σκοπιά καθεμιάς από τις τρεις αφηγήτριες, και μόνο προς το τέλος η υπόθεση αποκτά ένα κάπως πιο γοργό και ενδιαφέροντα ρυθμό.
Γενικά, θα χαρακτήριζα το βιβλίο ως αξιοπρεπές στο είδος του, αλλά που δεν θα αγόραζα, αν είχα περισσότερες δυνατότητες επιλογής.
(ebook)

Κυριακή, Μαρτίου 15, 2015

Ο κύκλος

Dave Eggers
Ο κύκλος
Κέδρος, 2014
Μετ. Ιλάειρα Διονυσοπούλου
Έχει χαρακτηριστεί ως  "Ένα 1984 για τη γενιά του διαδικτύου". Παρ' όλο ότι δεν νομίζω ότι θα φτάσει ποτέ τη σημασία, τη διαχρονική αξία και την εμβληματικότητα του περίφημου μυθιστορήματος του Τζωρτζ Όργουελ, εντούτοις δεν παύει να είναι ένα έργο που χαρακτηρίζει με τον καλύτερο τρόπο τη σημερινή γενιά του διαδικτύου. Θα μπορούσα επίσης να πω ότι αποτελεί την καταγραφή ενός ακόμα βήματος που μας φέρνει  πιο κοντά στην υλοποίηση του εφιαλτικού κόσμου του "1984".
Κεντρική ηρωίδα είναι η νεαρή Μέι Χόλαντ, που με δέος και ενθουσιασμό αρχίζει να εργάζεται στην τεράστια διαδικτυακή εταιρεία "Κύκλος". Δέκα χιλιάδες υπαλλήλους, υπερσύγχρονα γραφεία, τεράστιες εγκαταστάσεις, ανέσεις, γήπεδα και χώρους ψυχαγωγίας, πεντακάθαρο περιβάλλον, φροντίδα για την υγεία όχι μόνο των υπαλλήλων αλλά και εξαρτωμένων τους, μέχρι και ωραία δωμάτια νυχτερινής διαμονής για υπαλλήλους που είναι πολύ κουρασμένοι ή δεν θέλουν να χάσουν χρόνο πηγαινοερχόμενοι στα σπίτια τους, διαθέτει αυτή η εταιρεία-κολοσσός.
Η Μέι αισθάνεται εντυπωσιασμένη και τυχερή που προσλαμβάνεται σ' αυτή τη μοναδική στο είδος της εταιρεία, δημιούργημα Τριών Σοφών, τριών νεαρών που είναι γνώστες της τεχνολογίας. Η αρχική δραστηριότητα της εταιρείας ήταν η ενοποίηση όλων των λογαριασμών των πελατών της. Δηλαδή το προφίλ τους στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, τα συστήματα πληρωμής τους, οι πολλαπλοί κωδικοί, η ηλεκτρονική τους αλληλογραφία κ.λπ. ενοποιήθηκαν όλα σε ένα, το Αληθινό Εγώ. Οι υπάλληλοι δεν έχουν καθήκον μόνο να ανταποκρίνονται στα αιτήματα των πελατών τους. Πρέπει ταυτόχρονα να συμμετέχουν στα κοινωνικά δίκτυα, να ανταποκρίνονται στα "σφυρίγματα", "χαμόγελα", "κατσουφιάσματα" και ανάλογα βαθμολογούνται με το ΒαΣυ (Βαθμό Συμμετοχής). Η Μέι βυθίζεται ολοένα και πιο βαθιά σ'αυτό τον κόσμο, εργάζεται ολοένα και πιο πολλές ώρες.
Η εταιρεία δεν περιορίζεται μόνο σ' αυτά, εξελίσσεται, αναζητά και υλοποιεί καινούριες ιδέες, Μια καινοτομία είναι η λεγόμενη Άλλη Οπτική. Μικρές, αδιόρατες κάμερες που μπορεί εύκολα οποιοσδήποτε να στήσει όπου θέλει. Σε μια παραλία, σ' ένα πάρκο, σ' ένα δρόμο, παντού. Και ό,τι συμβαίνει εκεί να γίνεται αμέσως κτήμα όλων όσοι έχουν λογαριασμό στην εταιρεία. Η Μέι δεν μπορεί πια να κάνει τη δουλειά της με μια μόνο οθόνη. Παρακολουθεί ταυτόχρονα και δεύτερη και τρίτη και τέταρτη, έχοντας να απαντήσει ή να συμμετάσχει σε χιλιάδες αιτήματα, να στείλει εκατομμύρια  "χαμόγελα" ή "κατσουφιάσματα".
Ένα περαιτέρω βήμα είναι η Διαφάνεια. Μια κάμερα που εθελοντικά μπορεί κάποιος να φορέσει, θα τον δείχνει όλες τις ώρες της ημέρας, σε όλες του τις δραστηριότητες. Οι πρώτοι που ζητούν να γίνουν Διάφανοι είναι κάποιοι πολιτικοί, για να αυξήσουν τη δημοτικότητα και τους ψηφοφόρους τους, ενώ και η Μέι θα ζητήσει να γίνει Διάφανη, με εκαταμμύρια άτομα να την ακολουθούν σε κάθε της βήμα.
Ένας μυστηριώδης ξένος που τριγυρνά στην εταιρεία και ελκύει σεξουαλικά τη Μέι, εντείνει την περιέργεια και το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ταυτόχρονα,  επιφυλάξεις και αντιρρήσεις σ' αυτά που συμβαίνουν, σ' αυτή την παρακολούθηση των πάντων από τους πάντες προβάλλονται από ένα παλιό δεσμό της Μέι, τον Μέρσερ, τον οποίο συναντά όταν επισκέπτεται τους γονείς της. Το τέλος, γεμάτο ανατροπές, δεν είναι καθόλου αισιόδοξο.
Παρ' όλο ότι η συνεχής αριθμητική αναφορά στην αναγνωσιμότητα των σελίδων, στους φίλους, στα "σφυρίγματα", στους ακολούθους (followers), στα αιτήματα, στο βαθμό εξυπηρέτησης πελατών και πλήθος άλλα, είναι ενίοτε κουραστική και ανιαρή, εντούτοις συμφωνώ ανεπιφύλακτα με τον Πατριάρχη Φώτιο που γράφει: "Οι άνθρωποι που μεγαλώνουν με κουλτούρα facebook, οι νέοι που απαξιώνουν το ιδιωτικό-οικογενειακό και προκρίνουν το δημόσιο-φιλοπαρεΐστικο, τα άτομα του σήμερα τα οποία θεοποιούν την παγκοσμιοποίηση και τις απειράριθμες (ψεύτικες) σχέσεις που τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ευνοούν και εν πολλοίς υπαγορεύουν, πρέπει να διαβάσουν αυτό το βιβλίο".

Κυριακή, Μαρτίου 08, 2015

Το βιβλίο της Κατερίνας

Αύγουστος Κορτώ
Το βιβλίο της Κατερίνας
Πατάκης, 2013
"Θαυμάστε, όχι, θαυμάστε το μεγαλείο της ελληνικής οικογένειας. Αρρώστια, αρρώστια, αρρώστια".
Η φράση αυτή, ειρωνική και αυτοσαρκαστική, θα μπορούσε, νομίζω, να συνοψίζει όλο το μυθιστόρημα του Αύγουστου Κορτώ. Δεν ξέρω ποιος πρώτος επινόησε την ομιλούσα, νεκρή πια, μητέρα, ο Χωμενίδης με τη "Νίκη" ή ο Κορτώ με "Το βιβλίο της Κατερίνας", αν πρόκειται για αλληλεπίδραση ή σύμπτωση, όπως πολύ συχνά στη λογοτεχνία συμβαίνει. Η ομοιότητα πάντως σταματά εκεί. Ή μάλλον, προχωρεί ακόμα λίγο, στη μέσω της μητέρας εξιστόρηση της οικογενειακής ιστορίας. Όμως οι διαφορές μεταξύ των δύο βιβλίων είναι περισσότερες από τις ομοιότητες. Ο Χωμενίδης στην αφήγηση εντάσσει ιστορικά γεγονότα, πολιτικές ιδεολογίες, γράφει ανάλαφρα, σαν να το διασκεδάζει, ο αναγνώστης συχνά χαμογελά κι ας περιγράφονται πολύ δύσκολες στιγμές, οικογενειακές και εθνικές.
Ο Κορτώ εγκλωβίζεται στο οικογενειακό δράμα. Μαζί του υποφέρεις. τελειώνοντας το βιβλίο νιώθεις να σε βαραίνει, σαν οι αρρώστιες, η παθογένεια, η μανιοκατάθλιψη, το αλκοόλ και τα αμέτρητα χάπια που η μάνα καταπίνει, ως τα τελευταία που της πήραν και τη ζωή, να ανακατεύονται στο δικό σου στομάχι. Οι χρονολογίες, από το 1866 ως το 2002 μνημονεύονται μόνο και μόνο για να σηματοδοτήσουν γεννήσεις, γάμους, αρρώστιες, τσακωμούς, θανάτους. Κανένα ιστορικό γεγονός δεν διακόπτει την εξιστόρηση του οικογενειακού μύθου και δράματος. Μόνο ένα σύντομο πέρασμα από τη Χούντα  της επταετίας κι ένας εξίσου σύντομος σταθμός στο σεισμό της Θεσσαλονίκης του 1978 αναφέρονται. Τίποτε άλλο δεν διακόπτει την οικογενειακή ιστορία.
Σταδιακά ο κύκλος της αφήγησης γίνεται ακόμα στενότερος. Η μάνα Κατερίνα ολοένα και περισσότερο στρέφεται στον εαυτό της, στην αρρώστια της και προπάντων στην αγάπη και στο αφύσικο δέσιμο με το μοναχογιό της, τον Πέτρο. Μια αγάπη αρρωστημένη, που ξεπερνά τα φυσιολογικά πλαίσια, που εγκλωβίζει τον άλλο και που ίσως δεν είναι άσχετη με την ομοφυλοφιλία του γιου, την οποία εκείνος ουδόλως αποκρύπτει ή συγκαλύπτει.
Και είναι εκείνος, ο αγαπημένος γιος, που θα τη βρει τελικά νεκρή, όταν εκείνη, μη αντέχοντας πια την αρρώστια, θα πάρει γύρω στα τετρακόσια χάπια για να γλιτώσει επιτέλους από το μαρτύριο. Σ' ένα σημείωμα που άφησε κρυμμένο και που ο γιος θα βρει μήνες μετά, έγραψε: "Σου εύχομαι να κάνεις ένα παιδί, για να τ' αγαπήσεις όσο σ' αγάπησα εγώ, και να σ' αγαπήσει όσο μ' αγάπησες εσύ".
Νομίζω πως αυτή η αρρωστημένη αγάπη δεν είναι ευχή, είναι μάλλον κατάρα.
(ebook)

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2015

Μια χαρά

Χρίστος Κυθρεώτης
Μια χαρά (διηγήματα)
Πατάκης, 2014
Ο τίτλος, "Μια χαρά", ηχεί κάπως ειρωνικός, αν σκεφτούμε, καθώς τελειώνουμε την ανάγνωση των έξι διηγημάτων της συλλογής, πως τίποτα δεν ήταν μια χαρά. Έξι πρόσωπα στα ισάριθμα διηγήματα ιχνηλατούν στιγμές της ζωής τους, αυτοαναλύονται, μετανιώνουν ή παίρνουν αποφάσεις, καθώς στέκονται σε καίρια σημεία της βιοτικής τους διαδρομής. Αναλογίζονται, προβληματίζονται μπροστά σε διλήμματα, ανατέμνουν τον ψυχικό τους κόσμο, διυλίζουν τις σκέψεις τους και εντέλει καταλήγουν σε επιλογές που άλλοτε τους ικανοποιούν κι άλλοτε τους αφήνουν και πάλι μετέωρους.
Τους έξι μονολόγους εκφέρουν τέσσερις άνδρες και δύο γυναίκες. Στο πρώτο διήγημα με τίτλο "Σκόνη από κιμωλία", ο αφηγητής είναι ένας νεαρός χούλιγκαν που απευθυνόμενος σ' ένα (όχι παρόντα στο διήγημα) δημοσιογράφο και εξιστορώντας συμπλοκές μεταξύ ποδοσφαιρόφιλων οπαδών, επικεντρώνεται στην περίπτωση ενός "κολλητού' του, ενός Αλβανού που δεν ήθελε να είναι Αλβανός και που άδικα χάνει τη ζωή του.
Στο δεύτερο διήγημα, "Το ραντεβού", επίκεντρο γίνεται το αίσθημα μειονεξίας ενός νεαρού φοιτητή λόγω της εμφάνισής του κι ο έρωτάς του για μια πανέμορφη συμφοιτήτριά του.
Στο τρίτο, "Μια χαρά", μια νεαρή σπουδάστρια, κόρη χωρισμένων γονιών, καταγράφει τη ψυχολογική της κατάσταση μια παραμονή Πρωτοχρονιάς
Στο τέταρτο, "Σημάδι στο μπράτσο", μια τραγική και κάπως θριλερική ιστορία, ένας νεαρός παρίσταται στην εκταφή της σορού της γιαγιάς του, που δεν έχει όμως λιώσει, ενώ πλάι στο μακάβριο υπάρχουν οι τρυφερές αναπολήσεις από τη ζωή του με τη γιαγιά.
Στην πέμπτη ιστορία, "Το καλύτερο που μπορεί να συμβεί", γινόμαστε κοινωνοί των διλημμάτων ενός επιτυχημένου επαγγελματικά άντρα, που τον περιμένει κι ένας καλός γάμος. Όμως, πόσο επιφανειακά είναι όλ' αυτά το δείχνουν οι προβληματισμοί, η έλλειψη ικανοποίησης, το ότι τίποτε από αυτά δεν του δίνει χαρά ή ευτυχία κι αποφασίζει να τα απαρνηθεί όλα.
Τέλος, στο "Απλά ο χρόνος κυλάει", μια γυνακεία φωνή κλείνει τη συλλογή. Κι εδώ μια προβληματισμένη, κοντά στα σαράντα γυναίκα, ενώ δηλώνει ανεξάρτητη κι ευτυχισμένη με τη μοναξιά της, αποδεικνύεται κι αυτή εντέλει εξαρτημένη από μια αδιέξοδη σχέση μ' έναν παντρεμένο.
Με εντυπωσίασε όχι μόνο η ικανότητα του συγγραφέα να μεταδίνει τους προβληματισμούς του μέσα από αληθινές εικόνες ζωής, αλλά με γοήτευσε και η πειστική διαφοροποίηση λεξιλογίου και ύφους από διήγημα σε διήγημα, ώστε να συνάδουν με το ομιλούν πρόσωπο. Για παράδειγμα, στο πρώτο διήγημα σύντομες, κοφτές φράσεις, γλώσσα των γηπέδων, θα λέγαμε, ορολογία εν πολλοίς ασυνήθιστη και ενίοτε άγνωστη στους μεγαλύτερους σε ηλικία (μπάφος, τσουτσέκι, τσαμπουκαλεύομαι, χαπακωμένα, μπατσόσκυλα κ.λπ.). Ενώ στα διηγήματα όπου οι αφηγήτριες είναι γυναίκες, τόσο ο λόγος ταυτίζεται με τη σκέψη και το γυναικείο λεκτικό, που σε κάνει να ξεχνάς ότι ο υποδυόμενος το ρόλο είναι άντρας. Μόνη μου ένσταση στο "Μια χαρά", όπου ο αφελής αφηγηματικός λόγος προσιδιάζει, πιστεύω, σε  μικρότερης ηλικίας κοπέλα απ' ό,τι η ηρωίδα.
Νομίζω πως εν μέρει αδικώ τα διηγήματα του Χρίστου Κυθρεώτη (μερικά σε έκταση νουβέλας), γιατί καθένα από αυτά μπορεί να γίνει αντικείμενο πολύ εκτενέστερης ανάλυσης τόσο ως προς τη θεματολογία όσο και ως προς τον τρόπο έκφρασης. 
Ας ελπίσουμε πως η ωραία συγγραφική του δουλειά θα έχει ευτυχή συνέχεια.
(ebook)
Υ.Γ. Ευχαριστίες στο φίλο Γ.Τ. που μου υπέδειξε τη συλλογή.

Τρίτη, Φεβρουαρίου 17, 2015

Ένα

Πασχάλης Λαμπαρδής
Ένα
Πατάκης, 2014
Αμφιβάλλω αν ακόμη και ο ίδιος ο συγγραφέας είχε υπ' όψιν, όταν άρχιζε το μυθιστόρημά του, προς τα πού θα πήγαινε και πού θα κατέληγε. Αγόρασα (σε ebook που μου αρέσουν για πολλούς λόγους) το τελευταίο  του μυθιστόρημα "Ένα", γιατί θυμάμαι ότι το "Φύλακες της Ανατολίας", το μόνο δικό του που είχα διαβάσει, μου άρεσε. Όμως εδώ η απογοήτευση με περίμενε. Κι αν έφτασα ως το τέλος ήταν, α) για να μην είμαι άδικη με την παρουσίασή μου και β) για να αξιοποιήσω (!) τα 11 ευρώ που μου στοίχισε.
Πρόκειται για μια επιφανειακή εξιστόρηση, με φτωχό και τετριμμένο λεξιλόγιο, αφήγηση που θα μπορούσε να γίνει ως μια δημοσιογραφική ιστορία ή ένα πρωτόλειο διήγημα. Αρχίζει με ένα ερωτευμένο ζευγάρι, τη Φανή και τον Χάρη. Εκείνη δημοσιογράφος, εκείνος καλλιτεχνική φύση με κύρια ασχολία τα ξυλόγλυπτα και την αγιογραφία. Τίποτα στο χαρακτήρα του δεν προετοιμάζει τον αναγνώστη και δεν δικαιολογεί την ανάμιξή του σε μια απαγωγή για να ζητηθούν λύτρα, τη σύλληψη, τη δίκη, την καταδίκη και τη φυλάκισή του.
Η υπόθεση στη συνέχεια μετατοπίζεται στο πρόσωπο του αντιεισαγγελέα Ευγένιου και στην έρευνά του για την καταγωγή του, μια και ήταν υιοθετημένος, τον οποίο όμως θα ξεχάσουμε για μεγάλο μέρος του βιβλίου, ώσπου να τον ξανασυναντήσουμε για λίγο στο τέλος του έργου.
Η φυλακή στην οποία καταλήγει ο Χάρης γίνεται ο χώρος για να εμφανιστούν  άλλα πρόσωπα. Ένας ψυχίατρος, ο Σωκράτης, κι αυτός κατάδικος, και άλλοι φυλακισμένοι, με τους οποίους ο ψυχίατρος θα επιχειρήσει να πειραματιστεί, οδηγώντας τους στην αυτογνωσία και στην αλλαγή του τρόπου ζωής τους. Μια φιλία θα συνδέσει τις συζύγους Χάρη-Σωκράτη,  σχέση που συνεχίζεται και όταν οι δυο κατάδικοι αποφυλακίζονται.
Ένα ακόμα πρόσωπο θα γίνει πρωταγωνιστής στη συνέχεια του βιβλίου. Είναι ο γιος του Σωκράτη, ονόματι Αλέξανδρος (τυχαίο το όνομα;), επιτυχημένος πολιτικός και βουλευτής. "Είχε εξαγγείλει στον προεκλογικό του αγώνα ότι θα επαναδιαπραγματευθεί τους τυφλούς όρους των μνημονίων και θα άρει τις όποιες συμφωνίες αφορούν την υποθήκευση των περιουσιακών στοιχείων της χώρας προς τους δανειστές μας. Ένα καυτό ζήτημα που τώρα καλούνταν ο Αλέξανδρος να διαπραγματευτεί". ( Όχι, δεν έκανα λάθος. Είναι απόσπασμα από το κείμενο!). Το μυθιστόρημα τελειώνει με μια ανατροπή που σχεδόν αγγίζει τα όρια της μεταφυσικής και την οποία ασφαλώς δεν θα αποκαλύψω.
Κρίμα, γιατί ήλπιζα (και νομίζω ο Λαμπαρδής είχε την ικανότητα) για κάτι πολύ καλύτερο.
(ebook)

Παρασκευή, Φεβρουαρίου 06, 2015

Σκοτεινός τόπος

Gyllian Flynn
Σκοτεινός τόπος
Ψηφιακή έκδοση, Μεταίχμιο, 2014 (α΄έκδοση 2009)
Μετ. Γωγώ Αρβανίτη
"Έχω βάλει ταμπέλα στις αναμνήσεις μου, σαν να είναι μια εξαιρετικά επικίνδυνη περιοχή: Σκοτεινός τόπος (...) Παρανοϊκές  μουντζούρες από άλικο κόκκινο ήχο μέσα στη νύχτα. Εκείνο το μοιραίο, ρυθμικό τσεκούρι να ανεβοκατεβαίνει μηχανικά σαν να έκοβε ξύλα. Πυροβολισμοί από κυνηγετικό όπλο σ' ένα στενό διάδρομο. Τις πανικόβλητες άναρθρες κραυγές της μητέρας μου που ακόμη προσπαθούσε να σώσει τα παιδιά της με το μισό της κεφάλι λιώμα".
Μιλάει η Λίμπι, η μόνη επιζήσασα από τη δολοφονία της μητέρας της και των δυο αδελφών της. "Σκοτεινός τόπος". Αλλά σκοτεινός τόπος θα μπορούσαν να ονομαστούν όλα τα μυθιστορήματα της Τζίλιαν Φλιν, τόσο τα  "Αιχμηρά αντικείμενα" όσο και "Το κορίτσι που εξαφανίστηκε". Όλα έχουν κάτι το νοσηρό ως προς τους ήρωές τους και τις υποθέσεις των έργων. Μήπως όμως δεν είναι γενικότερα νοσηρό, κάτι που εκφεύγει της ομαλότητας και της ψυχικής υγείας, το έγκλημα;
Ο "Σκοτεινός τόπος" μου θύμισε το "Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν", αν και βεβαίως οι διαφορές είναι περισσότερες από τις ομοιότητες. Όμως και στα δυο μυθιστορήματα έχουμε να κάνουμε με εφήβους, με τον ψυχισμό τους, με το περιβάλλον ή τις εκ γενετής καταβολές που τους ωθούν στο έγκλημα.
Στον "Σκοτεινό τόπο" τα πράγματα έχουν τεθεί εξαρχής. Ο Μπεν Ντέι είναι τώρα (το 2008) στη φυλακή, καταδικασμένος για τη δολοφονία των δυο αδελφών του, της Μισέλ που τη στραγγάλισε, της Ντέμπι που τη σκότωσε με τσεκούρι και της μάνας του που την πυροβόλησε. Οι δολοφονίες αυτές έγιναν το βράδυ της 2ας προς την 3η Ιανουαρίου 1985. Μόνη επιζήσασα η επτάχρονη τότε Λίμπι, που υπήρξε και η κύρια μάρτυρας κατηγορίας. Είναι όμως άραγε έτσι τα πράγματα; Και γιατί ο Μπεν δεν έκανε ποτέ έφεση;
Πολύ ενδιαφέρουσα η τεχνική της Τζίλιαν Φλιν (αν και όχι ασυνήθιστη). Η αφήγηση εναλλάσσεται μεταξύ του παρόντος, όπου ακούμε την πρωτοπρόσωπη αφήγηση της περίπου τριαντάχρονης τώρα Λίμπι και της τριτοπρόσωπης, λεπτομερέστατης εξιστόρισης της ημέρας των δολοφονιών. Ώρα την ώρα, λεπτό προς λεπτό, θα λέγαμε, παρακολουθούμε τα γεγονότα της μοιραίας εκείνης ημέρας, ενώ η αγωνία κορυφώνεται καθώς προχωρούμε στη στιγμή των δολοφονιών. Στο τώρα, η Λίμπι τραυματισμένη σωματικά και ψυχολογικά, έχοντας άμεση οικονομική ανάγκη, με χρηματοδότηση ενός Ομίλου Δολοφονιών, δηλ. μιας ομάδας που πιστεύει ότι ο Μπεν είναι αθώος και ότι άδικα καταδικάστηκε, βασανιζόμενη και η ίδια η Λίμπι από ενοχές, γιατί με τη δική της κυρίως μαρτυρία καταδικάστηκε ο αδελφός της, αρχίζει να ανασκαλεύει το παρελθόν.
Παρακολουθούμε μια αγροτική Αμερική της δεκαετίας του '80, κάθε άλλο παρά την Αμερική του ονείρου και του πλούτου. Φτώχεια, υποθήκες, απώλεια περιουσιών, απελπισία, ναρκωτικά, μια ανερμάτιστη, παραπαίουσα νεολαία. Το βιβλίο έχει ένα αργό ρυθμό,  στοιχεία που κάποτε μπορεί να κουράζουν. Διαρκής αναφορά στο χιόνι, στις ενδυματολογικές περιγραφές, στο αχανές, έρημο τοπίο, στην αθλιότητα του σπιτιού, ακόμα και ενοχλητικές έως αηδιαστικές λεπτομέρειες, που όμως όλες συμβάλλουν στη δημιουργία ατμόσφαιρας, που "καρφώνονται" στη μνήμη του αναγνώστη. Δημιουργούν μια επιβράδυνση και σταδιακά κορυφώνουν την αγωνία καθώς προχωρούμε στη στιγμή των δολοφονιών.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η Τζίλιαν Φλιν έχει δημιουργήσει ένα καθαρά δικό της ύφος στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Όσοι αγαπούν το είδος, σίγουρα το απολαμβάνουν.
(ebook)
Σημ. Παρουσίαση και στο Βιβλιοκαφέ

Πέμπτη, Ιανουαρίου 29, 2015

Η Εβραία νύφη

Νίκος Δαββέτας
Η Εβραία νύφη
Μεταίχμιο, 2014 (Α΄ έκδ. Κέδρος 2009)
Το μυθιστόρημα που στηρίζεται ή έχει άμεση σχέση με ένα έργο τέχνης, ειδικά τη ζωγραφική, είναι αρκετά σύνηθες. Πολύ πρόχειρα μου έρχονται στο νου: Ο πασίγνωστος "Κώδικας Ντα Βίντσι" του Νταν Μπράουν και ο ρόλος σ' αυτό της γνωστής τοιχογραφίας "Ο μυστικός δείπνος" του Λεονάρντο  Ντα Βίντσι, "Το κορίτσι με το σκουλαρίκι" της Τρέισι Σεβαλιέ και ο ομώνυμος πίνακας του Βερμέερ, πιο πρόσφατα "Η καρδερίνα" της Ντόνα Ταρτ και η σχέση του με τον πίνακα του λιγότερο γνωστού Ολλανδού ζωγράφου Φαμπρίτσιους και τώρα, "Η εβραία νύφη", τίτλος του μυθιστορήματος του Δαββέτα, αλλά και του πίνακα του Ρέμπραντ.
Σε αντίθεση όμως με τα τρία προηγούμενα πο έτυχε να διαβάσω, η σχέση του πίνακα του Ρέμπραντ με το μυθιστόρημα παραμένει χαλαρή, όχι ξεκάθαρη, αν και ολόκληρο το δέκατο κεφάλαιο τιτλοφορείται "Η Εβραία νύφη" και τέσσερις σχεδόν σελίδες αφιερώνονται στην περιγραφή του ομώνυμου πίνακα. Στο τέλος της πρώτης ενότητας του δέκατου κεφαλαίου, η Νίκη, η κοπέλα με την οποία συνδέεται ο αφηγητής, ομολογεί: "Είμαι έγκυος", αν και προηγουμένως είχε εκφράσει την πλήρη αντίθεσή της στην απόκτηση παιδιών. Είναι όμως αυτό αρκετό για να συνδέσει την ιστορία της με τον πίνακα; Βεβαίως η σχέση δεν αφορά μόνο το "έγκυος", αλλά και το "Εβραία". Η Νίκη είναι μια προβληματική, ανορεξική ύπαρξη που είχε υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από τον πατέρα της, για τον οποίο τώρα ψάχνει στοιχεία που να τον συνδέουν με την κατάδοση των Εβραίων της Θεσσαλονίκης το 1943.
Εκτός από την αφηγηματική φωνή της Νίκης, ακούγεται και η φωνή του συντρόφου της που κι αυτός ανασκαλεύει το οικογενειακό του παρελθόν, ακούμε και τη φωνή του γιατρού που την παρακολουθεί αλλά και άλλων προσώπων.
Η Εβραία νύφη του Ρέμπραντ
Ο τόπος δράσης είναι άλλοτε η Αθήνα, άλλοτε η Θεσσαλονίκη, σε αρκετά κεφάλαια το Βερολίνο. Παρόμοια είναι και η χρονική μετατόπιση. Έχουμε αναφορές στο 1943 και στα στρατόπεδα συγκεντρώσεως, στον Εμφύλιο, στη Δικτατορία, στο παρόν του 2007. Όμως όλ' αυτά δίνονται τόσο ανάκατα, τόσο λίγο συνδεδεμένα, με τα κεφάλαια να  αρχίζουν χωρίς να δηλώνεται ο αφηγητής, που δυσκολεύτηκα να τα βάλω σε μια σειρά, σε μια τάξη. Προσπάθησα ξανακοιτάζοντας το βιβλίο (σχεδόν το ξαναδιάβασα) κι εξακολουθώ να μένω με τις απορίες: Ποιο είναι το κέντρο βάρους; Τι θέλησε να εκφράσει ο συγγραφέας; Είναι ωραία η γραφή, η όλη ατμόσφαιρα, γι' αυτό παρασύρεσαι στην ανάγνωση, αλλά συχνά έχεις την εντύπωση πως διαβάζεις ανεξάρτητα διηγήματα.
Η λογοτεχνία, κατά την άποψή μου, δεν πρέπει να είναι σταυρόλεξο που απαιτεί λύση. Δεν πρέπει να σε κάνει να διερωτάσαι, ποιος μιλά τώρα; ποια η σχέση του με τα άλλα πρόσωπα; Πώς συνδέονται τα γεγονότα μεταξύ τους;
Διάβασα όσες κριτικές μπόρεσα να βρω (αποσπάσματα από αρκετές περιλαμβάνονται στο τέλος του βιβλίου) όμως εξακολουθώ να έχω τις αντιρρήσεις μου ως προς την ενότητα του περιεχομένου, η έλλειψη της οποίας στερεί τον αναγνώστη από την απόλαυση την οποία θα μπορούσε να έχει.
(ebook)


Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2015

Δέκα ζωές σε μία

Τατιάνα Αβέρωφ
Δέκα ζωές σε μία
Μεταίχμιο, 2014
Πώς μπορεί μια κόρη  να γράψει για τον πατέρα της αντικειμενικά και αμερόληπτα; Κάπως δύσκολο μου φαίνεται. όσο κι αν οι σκοτεινές πλευρές του χαρακτήρα ή της δράσης και της όλης ζωής του (και ποιος δεν έχει τέτοιες;) ομολογούνται, είναι αδύνατο να μην προβάλλονται "ρετουσαρισμένες", απαλυμένες από την αγάπη και το θαυμασμό που αναπόφευκτα διακρίνουν τα συναισθήματα του παιδιού προς το γονέα.
Η Τατιάνα Αβέρωφ, κόρη του Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα, είκοσι περίπου χρόνια μετά το θάνατο του πατέρα της, αρχίζει να γράφει τη ζωή του. Η αρχή του βιβλίου με απογοήτευσε κάπως. Το είχα φανταστεί ως βιογραφία, λογοτεχνικό είδος που ιδιαίτερα αγαπώ, αλλά αυτό δεν είναι καθαρή βιογραφία. Σε μια συνέντευξή της  η ίδια η συγγραφέας το χαρακτήρισε ως "μυθιστόρημα, βιογραφία και ένα ταξίδι αναζήτησης του πατέρα".
Μετά το σύντομο προλογικό κεφάλαιο που τιτλοφορείται "Επέτειος" ακολουθούν τα εξής πέντε μέρη του βιβλίου (οι πέντε πρώτες ζωές από τις δέκα): Η φωνή της γης (1908-1920), Γη της οδύνης (1920-1927), Γη Δελφύς (1927-1941), Όταν ξεχνούσαν οι θεοί (1942-1945), Καρυδιές στην πέτρινη γη (1945-1947).
Η αφήγηση εναλλάσσεται μεταξύ πρώτου και τρίτου προσώπου. Όταν γράφει στο τρίτο πρόσωπο η συγγραφέας είναι πιο αντικειμενική, επικεντρώνεται στα σημαντικότερα γεγονότα της ζωής του πατέρα της, από τη στιγμή της γέννησής του  το 1908, ως το 1947 (και όχι ως το θάνατό του το 1990), αν και κατά την αφήγησή της, ειδικά στην πρωτοπρόσωπη, αναφέρεται και σ' αυτόν. Η τριτοπρόσωπη αφήγηση διακόπτεται συχνά από την πρωτοπρόσωπη έκφραση. Εδώ η κόρη απευθύνεται στον πατέρα, γίνεται πιο συναισθηματική, προσθέτει στοιχεία όπως φαντάζεται ότι θα έγιναν, αν και, βέβαια, στηρίζεται πάντα στις πηγές που μελέτησε: στα βιβλία του πατέρα της, στην τεράστια αλληλογραφία του, αλλά ασφαλώς και στη δική της προσωπική εμπειρία.
Ο Ευάγγελος Αβέρωφ δεν είναι άγνωστο πρόσωπο. Η επίσημη και δημόσια εικόνα του είναι πολύ γνωστή. Υπήρξε βουλευτής, υπουργός, αρχηγός της Νέας Δημοκρατίας, αλλά και συγγραφέας πολυάριθμων βιβλίων. Ειδικά για μας εδώ στην Κύπρο διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο (για πολλούς αμφιλεγόμενο) ως υπουργός εξωτερικών στα κρίσιμα χρόνια (1956-1963), εξού και ένα από τα βιβλία του είναι και για το Κυπριακό, η "Ιστορία χαμένων ευκαιριών".
Η συγγραφέας λιγότερο ασχολείται με τον πατέρα της ως δημόσιο πρόσωπο. Πιο πολύ αναφέρεται στις απλές, ανθρώπινες στιγμές της ζωής του Λόλη, όπως ήταν το υποκοριστικό του Ευάγγελος και με το οποίο αποκαλείται σ' όλο το βιβλίο. Η γέννησή του στα Τρίκκαλα, τα καλοκαίρια στα κτήματά τους στη Λάρισα και το πρώτο φλερτ με την κόρη του επιστάτη, η μετακόμιση της οικογένειας στην Αθήνα και τα μαθητικά του χρόνια στο Βαρβάκειο, η αποβολή του από το σχολείο, η προσβολή του από φυματίωση και η παραμονή του σε σανατόριο στο Νταβός της Ελβετίας για δυο χρόνια, είναι μερικές τέτοιες ιδιωτικές στιγμές.
Αρκετά εκτενώς περιγράφεται η ζωή του Αβέρωφ κατά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Ήταν νομάρχης στην Κέρκυρα όταν η Ελλάδα κατελήφθη από τους Γερμανούς. Αργότερα, το 1942 συνελήφθη και στάληκε με πολλούς άλλους σε στρατόπεδο στην Ιταλία. Δραπέτευσε, αλλά παρέμεινε εκεί βοηθώντας άλλους εξόριστους ή δραπατεύοντες Έλληνες.
Το βιβλίο τελειώνει με τη γνωριμία του Αβέρωφ με τη μελλοντική του σύζυγο και το γάμο τους στο Λονδίνο το 1947. Ως δείγμα του ύφους του βιβλίου, ένα σύντομο απόσπασμα από το επιλογικό κεφάλαιο  που επιγράφεται "Ασπασμός": 
"Ξεκίνησα τούτο το ταξίδι με την εγωκεντρική ματιά του παιδιού και την αλαζονεία του ψυχολόγου που όλα τα ερμηνεύει. Ανακάλυψα στην πορεία πως η αλήθεια είναι πολύ πιο πολύπλοκη, πολύ πιο ρευστή από τις όποιες βεβαιότητες, έστω και τις πιο καλοπραίρετες και τεκμηριωμένες. Πίστευα αρχικά ότι η "αληθινή" σου πλευρά ήταν αυτή που πάντα αγαπούσα και ταυτιζόμουν μαζί της: η αγάπη σου για τη γη, για τον άνθρωπο, τον έρωτα, την τέχνη. Πίστευα πως γεννήθηκες ένας ευτυχισμένος αγρότης και ποιητής, αλλά αναγκάστηκες να θυσιαστείς στο βωμό του καθήκοντος. Μιλούσες συχνά για το καθήκον. είχες βαθιά τη συναίσθηση και βαριά την ευθύνη του ονόματός σου: Ο Γεώργιος Αβέρωφ, ο εθνικός Ευεργέτης-αυτός ο στρυφνός και αδέκαστος θείος, που δεν έκανε παιδιά ούτε οικογένεια, γιατί είχε έναν και μόνο σκοπό στη ζωή του. Οι ρίζες σου. Οι γονείς σου. Το βάρος της συνέχειας".
(ebook)

Τετάρτη, Ιανουαρίου 14, 2015

Ζωές του φθινοπώρου

Θοδωρής Παπαθεοδώρου
Ζωές του φθινοπώρου
Ψυχογιός 2014
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως ο Θοδωρής Παπαθεοδώρου είναι ένας ικανότατος αφηγητής και ένας εμβριθής γνώστης της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας. Εντούτοις διάβασα την τετραλογία του, που αναφερόταν στον Εμφύλιο (Οι κόρες της λησμονιάς, Οι μάνες της άδειας αγκαλιάς, Τα δάκρυα των αγγέλων, Οι καιροί της μνήμης) με καθοδικό, από τον ένα τόμο στον άλλο, ενδιαφέρον. Η απορία και η ένσταση γιατί τόση έκταση, γιατί τόσες επαναλήψεις, τόση επιμονή στην άχρηστη εν πολλοίς λεπτομέρεια, με ακολούθησε και σε τούτο το μυθιστόρημα (του οποίου σημειωτέον προαναγγέλλεται η συνέχεια σ' ένα δεύτερο τόμο, με τίτλο "Ζωές του ανέμου").
Άρχισα από τα αρνητικά του βιβλίου, ενώ ως εκπαιδευτικός θα έπρεπε να ξέρω ότι στις παρατηρήσεις μας αρχίζουμε από τα θετικά! Παρασύρθηκα όμως από τη γενικότερη εντύπωση που μου δημιουργήθηκε καθώς έκλεινα την τελευταία σελίδα.
Τα θετικά τώρα. Οι "Ζωές του φθινοπώρου" είναι μια ρεαλιστική απεικόνιση της ζωής της Ελλάδας (της Αθήνας μάλλον) της δεκαετίας του '60. Όσοι έχουμε αναμνήαεις απ' αυτή την ταραγμένη δεκαετία (αλήθεια, ποια δεκαετία δεν ήταν ταραγμένη;) θα ξαναζήσουμε το πολιτικό κλίμα της εποχής, τη διαμάχη μεταξύ ΕΡΕ και Ένωσης Κέντρου, τον απόηχο του Εμφυλίου, μια και το κομμουνιστικό κόμμα ήταν ακόμα παράνομο, τις επεμβάσεις των ανακτόρων, τις διαμαρτυρίες και τις διαδηλώσεις, τη δράση του παρακράτους, την πολιτική αστάθεια με την εναλλαγή βραχύβιων κυβερνήσεων και τέλος την επιβολή της δικτατορίας το 1967, γεγονός που ο συγγραφέας φαίνεται ότι θα πραγματευτεί στο δεύτερο τόμο, μια και οι "Ζωές του φθινοπώρου" σταματούν στην πρωτοχρονία του 1967.
Βέβαια, δεν πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα και όσα ανέφερα πιο πάνω μικρό μέρος του μυθιστορήματος καταλαμβάνουν. Τα ιστορικά γεγονότα αποτελούν μόνο το πλαίσιο μέσα στο οποίο ζουν και δρουν τα πρόσωπα του έργου. Πρόσωπα που δεν είναι και λίγα. Αυτό που τα συνδέει είναι βασικά ο χώρος στον οποίο ζουν. Σε μια φτωχογειτονιά της Αθήνας, σ' άνα παλιό εργοστάσιο, του Δουρούτη, (εκεί που τώρα στεγάζεται η Δημοτική Πινακοθήκη) που έχει μετατραπεί σε μικρά, φτωχικά διαμερίσματα, οι ήρωες του Παπαθεοδώρου στεγάζουν τη φτώχεια, τις ζωές, τα πάθη, τα όνειρα, τις ελπίδες τους. Μερικά από αυτά τα πρόσωπα είναι: ο εγγονός του πρώτου ιδιοκτήτη, ο επονομαζόμενος "κόμης", ο ηλικιωμένος Αγησίλαος που φλέγεται από τον έρωτα μιας νεαρής εργάτριας, της Αργυρώς, ο Βλάσης που μπαινοβγαίνει στη φυλακή, η Άννα, ερωτευμένη με τον κομμουνιστή Λάμπρο, η Φρόσω, ο Χρόνης, ο Μένιος, ο Τάσος, ο Λουκάς με το άπιαστο όνειρο να μπει στη Σχολή Ευελπίδων, ο αξιωματικός του ναυτικού Σπύρος, η Λόλα η παλιά θεατρίνα, η Μπέμπα, ιδιοκτήτρια πορνείου, ο Αλέκος, γιος βουλευτή που έρχεται εδώ με κάποιο σκοπό και άλλοι και άλλοι.
Οι ζωές τους συμπλέκονται, οι ήρωες τραγικά πρόσωπα που αντιμάχονται τη μοίρα τους. Η ζωή τους δεν τελειώνει εδώ, μια και ο συγγραφέας θα συνεχίσει τις ιστορίες τους στο επόμενο βιβλίο. Η συνάφεια των ανθρώπων στο χώρο θυμίζει πότε την "Αυλή των θαυμάτων" του Καμπανέλλη και πότε "Το δέκα" του Καραγάτση.
Το μειονέκτημα του βιβλίου νομίζω είναι η έκταση, η επανειλημμένη τοποθέτηση στο χώρο και το χρόνο. Σχεδόν κάθε κεφάλαιο αρχίζει με περιγραφή του χώρου, της ώρας της ημέρας, της φύσης κ.λπ. Ακόμη, ένας τόσο ικανός συγγραφέας νομίζω δεν είχε ανάγκη να καταφύγει σε σελίδες που λειτουργούν ως σεξουαλικός κράχτης όπως για παράδειγμα η λεπτομερέστστη περιγραφή της σκηνής στην οποία η Άννα, μέσα στην απόγνωση της φτώχειας, δοκιμάζει να "δουλέψει" στο πορνείο της Μπέμπας. Χαρακτηριστικό αυτής της προσπάθειας του συγγραφέα, να δώσει δηλαδή "ευπώλητες" σελίδες συνειδητής  ή όχι, είναι το ότι  στις τελευταίες διακόσιες περίπου σελίδες του μυθιστορήματος, από τις 531 συνολικά, δεν  υπάρχουν παραπομπές σε ιστορικά γεγονότα, όπως στο προηγούμενο μέρος του βιβλίου.
Κρίμα να σπαταλάται ένα ταλέντο όπως αυτό του Παπαθεοδώρου, που με μια πύκνωση θα μπορούσε να μας δώσει ένα αξιολογότατο βιβλίο.

Σάββατο, Ιανουαρίου 03, 2015

Ημερολόγιο του χειμώνα

PAUL AUSTER
Ημερολόγιο του χειμώνα
Μεταίχμιο, 2014
Μετ. Σταυρούλα Αργυροπούλου
Ο Paul Auster θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους (Αμερικανούς τουλάχιστον) συγγραφείς. Ίσως όμως η συγκυρία της γνωριμίας μου μαζί του με το τελευταίο του βιβλίο "Ημερολόγιο του χειμώνα", να μην ήταν και η καλύτερη ευκαιρία να τον γνωρίσω. Ωραία γραφή, ελκυστικό ύφος, έκφραση που σε ωθεί στα παρακάτω. Όμως διερωτάσαι: Τι έχει να προσφέρει στον οποιοδήποτε αναγνώστη το αυστηρά και αποκλειστικά αυτοβιογραφικό κείμενο, αν αυτό δεν περιέχει σκέψεις ή αναφορές γενικότερου ενδιαφέροντος;
Μαθαίνουμε το γενεαλογικό του δέντρο, πληροφορούμαστε με λεπτομέρειες τα σπίτια στα οποία έζησε (21 συνολικά), το πώς απέκτησε κάθε ουλή του προσώπου, τις αρρώστιες του, τους δυο γάμους και τα παιδιά του, τα ταξίδια, τις σπουδές, τη συγγραφή. Ελάχιστες είναι οι στιγμές όπου από το ατομικό ανάγεται στο καθολικό. Γράφει, για παράδειγμα, μετά από μια περιπέτεα  της υγείας του: "Έμαθες ότι ο θάνατος δεν είναι κάτι που έπρεπε να φοβάσαι πια, πως, όταν έρθει η στιγμή να πεθάνει κάποιος, η ύπαρξή του μετατοπίζεται σε ένα άλλο επίπεδο συνειδητότητας, κι εκείνος είναι ικανός να το αποδεχτεί". Οι στιγμές αυτές, δυστυχώς, είναι πολύ λίγες.
Η εβραϊκότητά του δεν μπορούσε ασφαλώς να μην προβληθεί. Σε αρκετές περιπτώσεις γίνεται σχετική αναφορά, ξεχωρίζουν όμως δυο, οι οποίες περιγράφονται εκτενέστερα. Η πρώτη, όταν, ζώντας στο Παρίσι το 1971, δεχόταν οργισμενα παράπονα για οχληρία από μια συγκάτοικο στην πολυκατοικία. Οι σχέσεις τους εξομαλύνθηκαν όταν της υπενθύμισε τα δεινά του λαού τους και πως ήταν "τρομερά λυπηρό και δυσάρεστο να καυγαδίζουν δυο Εβραίοι"! Η άλλη περίπτωση ήταν η ακόμα εκτενέστερη αναφορά σε μια επίσκεψη στο γερμανικό στρατόπεδο Μπέργκεν Μπέλσεν.
Βεβαίως, μέσα από την αυτοβιογραφία του, φυσικό είναι να αναδύονται στοιχεία του αμερικανικού τρόπου ζωής του δεύτερου μισού του 20ου αι. (ο ίδιος γεννήθηκε το 1947). Όμως, επειδή πρόκειται για μια τόσο κοντινή εποχή, πιστεύω δεν έχουν να προσφέρουν πολλά στο συνομήλικο τουλάχιστον αναγνώστη, ούτε και όσα ενδιαφέρουν το συγγραφέα έχουν την ίδια σημασία για μας. Για παράδειγμα, η περιγραφή μιας ταινίας, ακόμα κι αν αυτή θεωρείται κλασικό νουάρ, σε εννιά ολόκληρες σελίδες, δεν μπορεί να ενδιαφέρει εξίσου τον αναγνώστη.
Κάτι άλλο που με ενόχλησε στο βιβλίο του Auster είναι η γραφή σε δεύτερο  πρόσωπο. Δεν βρίσκω το λόγο, ειδικά αφού πρόκειται για ένα τόσο φανερά αυτοβιογραφικό κείμενο. Πιθανόν, βέβαια, ο συγγραφέας να ήθελε να δείξει την αντικειμενικότητα με την οποία βλέπει ο ίδιος τον εαυτό του, σαν να αποστασιοποιείται και να τον αντικρίζει όπως θα αντίκριζε ένα ξένο. Εντούτοις, δεν παύει να με ενοχλεί, γιατί η προσποίηση είναι καταφανής και δεν προσθέτει τίποτα στην αξιοπιστία του κειμένου.
Τελική αποτίμηση: Περιεχόμενο μειομένου γενικού ενδιαφέροντος, αλλά γραφή ελκυστική που με παροτρύνει να μην περιορίσω τη γνωριμία μου με τον Auster μόνο σ' αυτό το βιβλίο.

Κυριακή, Δεκεμβρίου 28, 2014

Ρωμιοπούλες

Π.Σ.ΔΕΛΤΑ
Ρωμιοπούλες
Α΄ Το ξύπνημα
Β΄ Λάβρα
Γ΄ Σούρουπο
Επιμέλεια Αλ. Π. Ζάννας
Ερμής, 2014

Βδομάδες τώρα ήμουν βυθισμένη σ' άλλους καιρούς και τόπους, σ' άλλες εποχές, στις ζωές άλλων ανθρώπων, πεθαμένων πια από χρόνια. Προσώπων μυθιστορηματικών, μα που πίσω από τη μυθιστορηματική τους ύπαρξη εύκολα αναγνωρίζονται ως πρόσωπα αληθινά, άνθρωποι που υπήρξαν κάποτε. Με δέος τους πλησιάζω, προσπαθώντας να δώσω μια αμυδρή εικόνα των σκέψεων και των συναισθημάτων που με πλημμύριζαν καθώς ξεφύλλιζα τις κάπου 1400 σελίδες των τριών τόμων που αποτελούν τις "Ρωμιοπούλες", το μοναδικό για ενήλικες μυθιστόρημα της Πηνελόπης Δέλτα, που πρόσφατα εκδόθηκε.
Πηνελόπη Δέλτα! Τα παιδικά της μυθιστορήματα έθρεψαν τη γενιά μου, οι ήρωές της υπήρξαν παιδικοί μας φίλοι, η ζωή της και ο σχεδόν μυθιστορηματικός της θάνατος μας είναι γνωστά από πλήθος διαβάσματα, η επίσκεψή μου στο σπίτι όπου έζησε κι έγραψε, υπήρξε κάτι σαν προσκήνυμα για μένα πριν από μερικά χρόνια. Κι όμως δε χορταίνω να διαβάζω πάλι και πάλι γι' αυτή την υπέροχη γυναίκα.
Οι "Ρωμιοπούλες" είναι και δεν είναι μυθιστόρημα. Καθώς παρακολουθούμε τη ζωή της κεντρικής ηρωίδας, της Δέσποινας Κρινά-Δαπέργολα, στο νου μας δεν έχουμε άλλη από την Πηνελόπη Δέλτα. Τη νεανική της ζωή, την αυστηρότητα της ανατροφής της, τον αναγκαστικό με συνοικέσιο γάμο της, το μεγάλο της καημό, τον ανεκπλήρωτο έρωτά της  για τον Ίωνα Δραγούμη (εδώ με το όνομα Βάσος Γάβρας), την πατριδολατεεία της. Και ταυτόχρονα τα ιστορικά γεγονότα της εποχής, το μεγάλο Βενιζέλο, το φοβερό διχασμό...
Το τεράστιο αυτό έργο άρχισε να γράφεται (όπως μας πληροφορεί ο επιμελητής) το 1926 και ολοκληρώθηκε το 1939. Η δράση της τριλογίας ξεκινά το 1895 και τελειώνει το Νοέμβριο  του 1920 με την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές και την αυτοεξορία του. 
Το σπίτι της Πηνελόπης Δέλτα στην Κηφησιά
Στον πρώτο πρώτο τόμο (Το ξύπνημα) παρακολουθούμε τη ζωή της δεκαεννιάχρονης ηρωίδας, την οικογένεια, τους φίλους και συγγενείς που θα διαδραματίσουν ενεργότερο ρόλο στη συνέχεια. Χαρακτηριστικό της γραφής εδώ είναι οι πολλοί διάλογοι με πολύ λιγότερες περιγραφές ή αφήγηση. Βεγγέρες, χοροί, συγκεντρώσεις, συνοικέσια, αποτελούν τις κύριες ασχολίες της μεγαλοαστικής τάξης στην οποία ανήκει και η Δέσποινα. Ένας νεανικός έρωτας (πιθανότατα ο Αντώνης Μαυροκορδάτος) γίνεται αφορμή σφοδρών συγκρούσεων με τους γονείς της, ενώ η ιδέα της αυτοκτονίας κάνει την εμφάνισή της. Ο τόμος κλείνει με το γάμο (μετά από συνοικέσιο βέβαια) της Δέσποινας με τον Γρηγόρη Δαπέργολα, μυθιστορηματικό προσωπείο του Στέφανου Δέλτα.
Η δράση στο δεύτερο τόμο (Λάβρα) αρχίζει τον Ιούνιο του 1907 και τελειώνει τον Οκτώβριο του 1910. Εδώ κυριαρχεί η μορφή του Βάσου Γάβρα, που ασφαλώς δεν είναι άλλος από τον Ίωνα Δραγούμη. Τι πάθος! Τι εσωτερικές συγκρούσεις! Τι έρωτας ήταν αυτός που κράτησε ως το τέλος της ζωής της, αν και ποτέ δεν ολοκληρώθηκε σωματικά. "Είναι μια πληγή που δεν επουλώθηκε ποτέ", θα γράψει η ίδια. Φοβερή πάλη γίνεται μέσα της, γιατί το τίμημα, αν φύγει, θα είναι η στέρηση των παιδιών της, που ο άντρας της δεν είναι διατεθειμένος να της δώσει. Μια απόπειρα αυτοκτονίας αποτυγχάνει. Το καθήκον νικά. Ακολουθεί, όπως σ' όλη της τη ζωή, το ΠΡΕΠΕΙ. "Μας νίκησε και τους δυο το αμείλικτο Πρέπει", θα γράψει. Κι αλλού πάλι, "Εκείνο που διέπει, που ορίζει τις πράξεις μου, είναι το στεγνό, το αμείλικτο "Πρέπει"! Σκηνές που χαράσσονται ανεξίτηλα στη μνήμη του αναγνώστη. Η σκηνή όπου ομολογεί στον άντρα της τον έρωτά της και ζητά την  ελευθερία της ή η δραματική σκηνή όπου συναντώνται για τελευταία φορά σε μια ευρωπαϊκή λουτρόπολη οι δυο ερωτευμένοι αποφασίζοντας να χωρίσουν οριστικά, είναι δείγματα υψηλού λογοτεχνικού επιτεύγματος.
Ο τρίτος τόμος (Σούρουπο) καλύπτει τη χρονική περίοδο 1914-1920. Ο Γάβρας βέβαια δεν έχει ξεχαστεί. Συναντώνται σε ποικίλες κοινωνικές εκδηλώσεις. Η ανάμνησή του, ο δεσμός του με την Ερατώ Κρεμονέζε (σαφής αναφορά στη Μαρίκα Κοτοπούλη) αναξέουν την αγιάτρευτη πληγή της. Μυθιστορηματικά τοποθετεί το θάνατο του Γάβρα στη Μακεδονία, όπου η Δέσποινα υπηρετεί ως εθελόντρια νοσοκόμα, αφού η Ελλάδα είχε μπει στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα υπερτερούν των προσωπικών στον τρίτο τόμο. Κυρίαρχη η μορφή του Βενιζέλου, τον οποίο η Δέσποινα καθώς και όλη η οικογένειά της, αγαπά και θαυμάζει. Ο Διχασμός, τα έντονα πολιτικά πάθη, η διαφωνία Κωνσταντίνου-Βενιζέλου, τα Νοεμβριανά με τους διωγμούς και τις φυλακίσεις των Βενιζελικών, η περιγραφή του αναθέματος του Βενιζέλου το Δεκέμβριο του 1916, ζωντανεμένα μυθιστορηματικά από την Πηνελόπη Δέλτα, μας πλημμυρίζουν με άφατη θλίψη για τον Ελληνισμό. Λίγο θα κρατήσει η χαρά για τις επιτυχίες του Βενιζέλου με τη συνθήκη των Σεβρών, που δημιουργούσε τη Μεγάλη Ελλάδα. Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 ο Βενιζέλος δεν εκλέγεται ούτε βουλευτής. "Finis Greciae" τιτλοφορεί το τελευταίο αυτό κεφάλαιο της τριλογίας της η συγγραφέας.
Αγαπούσα και θαύμαζα πάντα την Πηνελόπη Δέλτα. Μ' αυτό το βιβλίο υψώθηκε ακόμα περισσότερο στη συνείδησή μου. Μια γυναίκα που διαβάζει φιλοσοφία, που χωρίς ν' ανήκει σε κανένα φεμινιστικό κίνημα υψώνει, με τη γραφή και τη στάση της, φωνή διαμαρτυρίας για τη θέση που βρισκόταν η γυναίκα. "Εμείς οι Ελληνοπούλες είμεθα, λες, σκλάβες", θα πει σε μια συνομιλία της. "Κι έχεις δίκαιο, σκλάβες όμως του αντρός που μας ορίζει., είτε πατέρας είναι, είτε αδελφός, είτε άντρας μας, ακόμα και του γιου μας, σαν ασπρίσουν τα μαλλιά μας! Ελεύθερες δεν είμαστε ποτέ!" (να είχε άραγε διαβάσει τη "Φόνισσα";) Αλλού πάλι θα πει: "Ακόμα και να πεθάνουμε την ώρα που θέλουμε δεν μπορούμε εμείς οι γυναίκες".
Κι όμως πάνω απ' όλες τις διακηρύξεις και τις διαμαρτυρίες της τοποθετεί το ΠΡΕΠΕΙ και την αγάπη των παιδιών της, για χάρη των οποίων τελικά δεν χωρίζει.
Σκέφτομαι την "Άννα Καρένινα". Πόση ομοιότης με την Πηνελόπη Δέλτα. Σπουδαίο έργο η Καρένινα. μα οι "Ρωμιοπούλες" μου φαίνεται ότι είναι ανώτερο.

Σάββατο, Δεκεμβρίου 13, 2014

Θεοδούλου Λίμιτεδ

Αγγελική Σμυρλή
Θεοδούλου Λίμιτεδ
Κέδρος, 2014
"Ποιος το γνωρίζει τούτο το νησί;", αναρωτιέται ποιητικά ο Σεφέρης. Μας έχουν αποδώσει αμέτρητους χαρακτηρισμούς: από το "νήσος των Αγίων", "αέρινη, μακαρία γη", "χρυσοπράσινο φύλλο", ως το "αβύθιστο αεροπλανοφόρο" και "πόρνη της Μεσογείου". Εμείς που το κατοικούμε εδώ και χιλιάδες χρόνια, με προγόνους που φτάνουν ως εκεί που δεν μπορεί να μας πάει η μνήμη, ό,τι και να μας πουν δεν θα πάψουμε ν' αγαπάμε αυτή τη βραχονησίδα τη ριγμένη στην Ανατολική Μεσόγειο και να μένουμε προσκολλημένοι σ' αυτήν, να την κρατάμε σφιχτά με τα χέρια κι αν μας τα κόψουν, σαν τον αρχαίο Κυναίγειρο, να την κρατήσουμε ακόμα και με τα δόντια.
Είναι γι' αυτό που η θλίψη για τη σημερινή  κατάντια των ανθρώπων της γίνεται θυμός,  οργή, αγανάκτηση, κάποτε απελπισία. Τούτες τις μέρες το κάθε σκάνδαλο που έρχεται στο φως ανασύρει μαζί του πλήθος άλλα. Απάτη, διαπλοκή, μίζες, το χρήμα βασιλιάς όλων και η με οποιοδήποτε τρόπο απόκτησή του κυρίαρχος στόχος. Πότε και πώς άρχισε τούτο το κακό; Πριν πενήντα μόλις χρόνια δίναμε αφειδώλευτα το αίμα μας για το ιδανικό της ελευθερίας κι απαντούσαμε στους κατακτητές με το στόμα των ηρώων μας, "ου περί χρημάτων τον αγώνα ποιούμεθα αλλά περί αρετής". Πώς αντιστράφηκε τώρα το ιδανικό μας;
Όλα αυτά τα συναισθήματα που πλημμυρίζουν όσους ακόμα δεν μολυνθήκαμε από τον ιό του με κάθε μέσο πλουτισμού, έρχεται να εκφράσει λογοτεχνικά με το καινούριο της βιβλίο η Αγγελική Σμυρλή. Γνήσιο τέκνο αυτής της γης, αγωνίστρια της ελευθερίας από τα εφηβικά της χρόνια, πλημμυρισμένη από θλίψη και οργή για όσα συμβαίνουν, προσπαθεί να ανιχνεύσει τις αιτίες, αλλά και να καταγγείλει και να καταδικάσει.
Το πρόσφατο βιβλίο της "Θεοδούλου Λίμιτεδ" γράφτηκε πριν ακόμα όλα αυτά τα σκάνδαλα βγουν στο φως. Ο ήρωάς της, ο Αντρέας Θεοδούλου, είναι αντιπροσωπευτικός τύπος αρριβίστα, καιροσκόπου, ανθρώπου που έχει θεοποιήσει το χρήμα, που χρησιμοποιεί κάθε μέσο, που δωροδοκεί, που εξαπατά, που οικοδομεί μια πολυτελή ζωή πάνω στο ψέμα και την απάτη. Η πορεία της ζωής του, καθώς από γιος ενός αγνού, ιδεολόγου αγωνιστή, οδηγήθηκε στην απάτη και τη διαπλοκή, μας δίνεται με πρωτοπρόσωπη αφήγηση από τη γυναίκα του, την Κλειώ, μια ευαίσθητη, έντιμη, ιδεολόγο φιλόλογο. Το βιβλίο αρχίζει με την είδηση ότι ο Θεοδούλου, μετά το κούρεμα των καταθέσων, βρίσκεται στο νοσοκομείο έπειτα από απόπειρα αυτοκτονίας. Η Κλειώ ξαναγυρίζει με την ανάμνηση στο πααρελθόν. Τα μαθητικά τους χρόνια, τον έρωτα με τον Θεοδούλου, το γάμο και την απόκτηση της κόρης τους και προπάντων τη σταδιακή μεταμόρφωση του Αντρέα σε  κυνηγό του χρήματος. Η διαφορά αντιλήψεων και στόχων ζωής θα οδηγήσει στο χωρισμό του ζεύγους.
Η αναπόληση της ζωής αλλά και το παρόν, γίνονται αφορμή για σκέψεις, συζητήσεις, προβληματισμό. Συζητήσεις που δεν περιορίζονται στην οικονομική κατάρρευση του νησιού, αλλά επεκτείνονται και στο πολιτικό και το εθνικό θέμα, μέχρι και το σχέδιο Ανάν που προτάθηκε για λύση του κυπριακού το 2004.
Λόγος αποκαλυπτικός και καταγγελτικός, δοσμένος με τη λογοτεχνικότητα της Σμυρλή. Θα υπάρξει κάθαρση; Θα υπάρξει μεταμέλεια; Θα σωθεί τελικά αυτό το νησί οικονομικά, ηθικά, εθνικά; Το βιβλίο κλείνει μ' ένα ερωτηματικό. Το ερωτηματικό που ταλανίζει όλους μας.

Κυριακή, Νοεμβρίου 30, 2014

Η αναλφάβητη που ήξερε να μετράει

Γιούνας Γιούνασον
Η αναλφάβητη που ήξερε να μετράει
Ψυχογιός, 2014
Μετ. Γρηγόρης Κονδύλης
Αγόρασα το καινούριο μυθιστόρημα του Γιούνας Γιούνασον για δυο λόγους: πρώτο, γιατί μου είχε αρέσει το πρώτο του, "Ο εκατοντάχρονος που πήδηξε από το παράθυρο και εξαφανίστηκε" και δεύτερο, γιατί το βρήκα σε ηλεκτρονική μορφή, κάτι που προτιμώ για πολλούς λόγους. Όμως η επιλογή μου με απογοήτευσε και με  πολλή δυσκολία έφτασα ως το τέλος (για να μην πάνε άδικα και τα 13 ευρώ!).
Συναντάμε βεβαίως όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του Γιούνασον, δηλαδή τη σάτιρα, τις απίθανες περιπέτειες, την ανάμιξη ιστορικών προσώπων και γεγονότων με φανταστικά. Όμως, νομίζω, πως ήδη ο Σουηδός συγγραφέας έκανε το ύφος του μανιέρα και αν συνεχίσει έτσι, πιστεύω ότι το πολυπληθές κοινό σε όλο τον κόσμο που τον ακολουθεί, σταδιακά θα μειώνεται. Μου θύμισε ακριβώς τα sequel των ταινιών που ποτέ δεν υπήρξαν ισάξιες της πρώτης ταινίας.
Αυτή τη φορά η ιστορία αρχίζει το 1961 ταυτόχρονα στη Νότιο Αφρική και τη Σουηδία. Στην πρώτη γεννιέται ένα κορίτσι, η Νομπέκο, στις φτωχογειτονιές του Σοβέτο και στη δεύτερη δυο δίδυμοι, οι Χόλγκερ ένα και δύο. Η ζωή και η ακραία φαντασία του συγγραφέα θα κάνει ώστε κάποια στιγμή τα πρόσωπα αυτά να συναντηθούν στη Σουηδία. Η αναλφάβητη αλλά πανέξυπνη Νομπέκο, ένας μηχανικός της Ν. Αφρικής, οι δυο Χόλγκερ, δυο πράκτορες τη Μοσάντ, ο πρωθυπουργός και ο βασιλιάς της Σουηδίας και πλήθος άλλα πρόσωπα, πραγματικά και φανταστικά, θα εμπλακούν σε περιπέτειες με επίκεντρο μια ατομική βόμβα (!) που κατασκευάζεται στη Νότιο Αφρική και κατά λάθος βρίσκεται στη Σουηδία.
Το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της γραφής του Γιούνασον είναι ακριβώς αυτό. Οι ημερομηνίες, τα ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα είναι όλα ακριβή. Όπως το απαρντχάιμ, το εμπάργκο, ο πρωθυπουργός Μπότα, ο Μαντέλα και η φυλάκισή του στο νησί Ρόμπιν για 27 χρόνια, η δολοφονία του Όλαφ Πάλμε, ο τεννίστας Μπιοργκ και η τραγουδίστρια Καρόλα και πολλά άλλα. Όμως οι τόσο πολλές και τόσο απίθανες περιπέτειες των φανταστικών ηρώων μειώνουν κατά πολύ το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Πόσο μάλλον που παρακολουθούμε μια πανομοιότυπη τεχνική όπως στον "Εκατοντάχρονο...".
Το τέλος φυσικά happy end.
(ebook)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 19, 2014

Ο θησαυρός του χρόνου

Μένης Κουμανταρέας
Ο θησαυρός του χρόνου
Πατάκης, 2014
"Τότε νόμιζα πως ο χρόνος ήταν όλος δικός μου. Μα ως γνωστόν ο χρόνος δεν είναι ποτέ δικός μας, είναι δανεικός".
"Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες ο χρόνος".
"Δεν με παίρνει πια ο καιρός. Όσο πάει και ο χρόνος γίνεται χρυσάφι. Θησαυρός".
Μερικές μόνο αποφθεγματικές διατυπώσεις από όσες αφθονούν στο τελευταίο βιβλίο του Μένη Κουμανταρέα. Ένα βιβλίο μελαγχολικό έως καταθλιπτικό, που αμφιβάλλω αν οι νεότεροι αναγνώστες μπορούν να το νιώσουν, μπορούν να συμπορευθούν με τις σκέψεις και τα συναισθήματα του συγγραφέα-αφηγητή όπως εμείς, οι μεγαλύτεροι στην ηλικία αναγνώστες, για τους οποίους ο εναπομένων χρόνος γίνεται πραγματικά ανεκτίμητος θησαυρός. Ένα βιβλίο-απολογισμός ζωής, ένα βιβλίο όπου ο γοητευτικός λόγος του Κουμανταρέα συνδυάζει αριστοτεχνικά την πραγματικότητα με τη μυθοπλασία. Άλλωστε, "ο καλός γραφιάς είναι αυτός που δεν ξεχωρίζει αυτά που συνέβησαν από εκείνα που επινόησε να του συμβούν-αρχή της μυθοπλασίας ιερή για όποιον γράφει".
Απευθύνεται σ' ένα "παλιό συνάδελφο και αδερφό", τον καθένα μας ίσως, διαλέγεται μαζί του, απαντά σε υποτιθέμενες ερωτήσεις και αντιρρήσεις του. Μέσα στο ατμοσφαιρικό κλίμα της σύγχρονης Αθήνας η αφήγηση μετατοπίζεται εναλλάξ μεταξύ παρόντος και παρελθόντος. 
Επιστρέφει στο τόσο αλλαγμένο τώρα τοπίο της Στοάς, στο οποίο, νέος κάποτε, δούλευε σε μια ασφαλιστική εταιρεία, ενώ στο σπίτι περιμένει η Λιλή, η αγαπημένη, άρρωστη σύζυγός του. Η αφήγηση εναλλάσσεται. Την περιγραφή της αρρώστιας και την επιδείνωσή της ως το αναπόφευκτο τέλος, διαδέχονται οι αναμνήσεις της νεότητας. "Είμαι πια σε ηλικία να τα αναπαραγάγω όλα, ομολογημένα και ανομολόγητα-ιδίως αυτά", γράφει. Η ιδιομορφία της ερωτικής του ζωής κατέχει ιδιαίτερη θέση στην όλη αφήγηση. Από τα πορνεία στα στέκια ομοφυλοφίλων, στην αναζήτηση νεαρών, πρόσκαιρων ή μονιμότερων συντρόφων, ενώ διαχωρίζει τη σχέση αγάπης για τη γυναίκα από την ερωτική για τον άντρα.
Χροιά μεταφυσικής διάστασης παρέχει η εμφάνιση ενός παλιότερου υπαλλήλου που έρχεται ξαφνικά και αναπάντεχα, συνδιαλέγεται με τον αφηγητή, εξιστορεί τις δικές του εμπειρίες, τόσο από την υπηρεσία όσο και από την αναζήτηση της ομοφυλοφιλικής του ταυτότητας. Ίσως ο άγνωστος που χαρακτηριστικά ονομάζεται Αναγνώστου ή Αναγνωστόπουλος δεν είναι παρά ο εαυτός του ή η φωνή της συνείδησης.
Ποιητικοί και μουσικοί απόηχοι πλημμυρίζουν το βιβλίο. Καβάφης και Άμλετ, Βέρντι, Καρυωτάκης, Σολωμός, Λαπαθιώτης και Φίλιπ Ροθ κλείνουν το μάτι στον αναγνώστη, ενώ η άρια "eri tu" ηχεί σαν λάιτ μοτίβ, καθώς ο θάνατος, αυτός ο μέγας άγνωστος, παραμονεύει. "Άραγε, ποια να ήταν η τλευταία της σκέψη, το στερνό της όνειρο; Οι νεκροί παίρνουν τα μυστικά μαζί τους φεύγοντας-καμιά ανακάλυψη της επιστήμης δεν μπόρεσε ούτε θα μπορέσει να το εξιχνιάσει".
Βιβλίο-απολογία ζωής, βιβλίο αναστοχασμού, βιβλίο που τις περιπέτειες του βίου, τις χαρές και τις αμαρτίες, τα όσα ο συγγραφέας έζησε και τα όσα φαντάστηκε, τα μετουσιώνει σε λογοτεχνικές σελίδες με παναθρώπινη απήχηση. Συγκινητικό και απολαυστικό.
(ebook)

Τετάρτη, Νοεμβρίου 12, 2014

Έγκλημα με υπογραφή

Sophie Hannah
Έγκλημα με υπογραφή
Διόπτρα, 2014
Μετ. Αύγουστος Κορτώ
Το με πιο έντονα στοιχεία γραμμένο όνομα της Agatha Christie στο εξώφυλλο, από το όνομα της συγγραφέως Sophie Hannah, δεν είναι καθόλου παραπλανητικό. Όσοι αγάπησαν τα μυθιστορήματα της "βασίλισσας του αστυνομικού μυθιστορήματος" και του ήρωά της Ηρακλή Πουαρό, θα βρουν σ' αυτό το βιβλίο όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής της Άγκαθα και του πανέξυπνου ντετέκτιβ, που εξιχνιάζει όλα τα εγκλήματα μόνο με τα κύτταρα της φαιάς ουσίας του εγκεφάλου του.
Η Άγκαθα Κρίστι έγραψε το τελευταίο της μυθιστόρημα, στο οποίο ο Ηρακλής Πουαρό πεθαίνει ("Αυλαία" για τον Ηρακλή Πουαρό) με εντολή να δημοσιευτεί μετά το θάνατό της (1976), πράγμα που έγινε. Τώρα όμως, οι διαχειριστές της διαθήκης της επέτρεψαν στην επιτυχημένη Αγγλίδα συγγραφέα Sophie Hannah να χρησιμοποιήσει το μικρόσωμο Βέλγο ντετέκτιβ σε ένα δικό της μυθιστόρημα. 
Το έργο τοποθετείται στα 1929 με φόνους των οποίων η αρχή ανάγεται στο 1913. Ενώ ο Ηρακλής Πουαρό απολαμβάνει το δείπνο του σε μια καφετέρια στο Λονδίνο, μια αναστατωμένη νεαρή τον πλησιάζει λέγοντας ότι κινδυνεύει να δολοφονηθεί, αλλά παρακαλεί το δαιμόνιο ντετέκτιβ να μην προσπαθήσει να βρεί το δολοφόνο της, γιατί πιστεύει ότι της αξίζει μια τέτοια τιμωρία. Λίγο αργότερα ο Πουαρό πληροφορείται ότι σ' ένα πολυτελές ξενοδοχείο, τρεις ένοικοι βρέθηκαν δολοφονημένοι, ο καθένας σε διαφορετικό δωμάτιο και ..".η φαιά ουσία" αρχίζει δράση.
Ο Ποαρό της Hannah έχει το χαρακτηριστικό μουστάκι, αγαπά σε υπερβολή την τάξη (δεν μπορεί να δει ούτε ένα μαχαιροπίρουνο στραβά βαλμένο), πετάει κάποτε γαλλικές λέξεις (mon ami, non, je comprends κ.λπ.). Βοηθός και φίλος του δεν είναι πια ο Χέιστινγκς, αλλά ένας αστυνόμος της Σκότλαντ Γιαρντ, ο Έντουαρτ Κάτσπουλ που μιλάει στο μυθιστόρημα σε πρώτο πρόσωπο. Και φυσικά στο τέλος ο Πουαρό θα λύσει όλα τα μυστήρια.
Αν και η μίμηση της γραφής της Κρίστι είναι αρκετά επιτυχής και τα τυπικά χαρακτηριστικά της γραφής της διατηρούνται, λείπει εκείνη η ιδιαιτερότητα της ατμόσφαιρας που κάνει τα έργα με  πρωταγωνιστή τον Ηρακλή Πουαρό να διαφέρουν και να υπερέχουν. Ίσως όμως η εντύπωση αυτή να μου δημιουργήθηκε επειδή ξέρω ότι δεν το έγραψε η Άγκαθα. Δεν είμαι σίγουρη ότι θα αναγνώριζα ότι δεν είναι δικό της, αν δεν το ήξερα.

Πέμπτη, Νοεμβρίου 06, 2014

Η ζωή είναι αγάπη

Γιόλα Δαμιανού-Παπαδοπούλου
Η ζωή είναι αγάπη
Ψυχογιός, 2014


Έχω διαβάσει όλα τα βιβλία της Γιόλας κι έχω γράψει για αρκετά από αυτά. Νομίζω πως το «Η ζωή είναι αγάπη» είναι το πιο «εσωτερικό», το πιο ώριμό της βιβλίο. Την υπόθεση θα μπορούσαμε να την πούμε με τρεις γραμμές. Άλλωστε, μας τη δίνει και το οπισθόφυλλο και εν μέρει την πληροφορούμαστε από το πρώτο κιόλας κεφάλαιο. Ένα νέο κορίτσι, με όλη τη ζωή και όλα τα όνειρα μπροστά του, μια βραδιά χαράς και διασκέδασης, μέσα σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, σ’ ένα αυτοκινητικό δυστύχημα, γίνεται τετραπληγική, καρφωμένη για πάντα σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι. Αυτό είναι όλο κι όλο το θέμα. Ποια στάδια όμως περνάει, πώς διαμορφώνεται η ζωή της από δω και πέρα, πώς αντιμετωπίζει αυτό που της έτυχε; Μπορεί μια τετραπληγική να γνωρίσει τον έρωτα; Να γευτεί τη χαρά της μητρότητας; Πώς μπορεί να γίνει ευτυχισμένη μια κοπέλα που ακινητοποιείται για πάντα; Όλα αυτά και πολλά ακόμα θέματα θίγονται, προβληματίζουν, κάνουν τον αναγνώστη να γυρίζει ανυπόμονα τις σελίδες, παρασυρμένος από την αφήγηση της Ιάνθης.
Ιάνθη λέγεται  η ηρωίδα του μυθιστορήματος. Το 1986 ήταν ένα δεκαεννιάχρονο ωραίο κορίτσι γεμάτο όνειρα για τη ζωή. Μαζί με τέσσερις αχώριστες φίλες ζουν ξένοιαστα τα χρόνια της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Μαζί με τα όνειρα και τα σχέδιά τους για το μέλλον, νιώθουν τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα, διασκεδάζουν τα βράδια, χορεύουν στα «ορθάδικα», βλέπουν με αισιοδοξία τη ζωή που απλώνεται μπροστά τους. Ειδικά η Ιάνθη ονειρεύεται να γίνει δημοσιογράφος, ήδη αρχίζει να δημοσιεύει χρονογραφήματα σε μια εφημερίδα, ενώ συχνά καταφεύγει και στην ποίηση. Όμως όλα αυτά τα όνειρα και τα σχέδια, όλη αυτή η χαρά και η αισιοδοξία της ζωής, μέσα σε μια μόνο στιγμή συντρίβονται και γίνονται κομμάτια. Το σταματημένο ρολόι του οπισθόφυλλου, μια εικόνα που επαναλαμβάνεται στην αρχή κάθε κεφαλαίου, συμβολίζει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο το σταμάτημα, το πάγωμα του χρόνου σε μια μόνο στιγμή. Φεύγοντας από μια νυχτερινή διασκέδαση, το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο αγαπημένος της, αναπτύσσοντας ιλιγγιώδη ταχύτητα, προσκρούει σ’ ένα πάσσαλο κι όλα τελειώνουν για την Ιάνθη.
Από την παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία
Πολύ συχνά, δυστυχώς, ακούμε παρόμοιες ειδήσεις. Λυπούμαστε, ακόμα κι αν πρόκειται για άγνωστά μας πρόσωπα, όταν το αποτέλεσμα τέτοιων δυστυχημάτων είναι ο θάνατος. Κι όταν ακούσουμε ότι κάποιος μόνο  «τραυματίστηκε σοβαρά», αισθανόμαστε σίγουρα μια ανακούφιση. Σκεφτόμαστε άραγε πως αυτό το «τραυματίστηκε σοβαρά» μπορεί κάποτε να είναι χειρότερο και από το θάνατο; Σκεφτόμαστε τι σημαίνει να είσαι ακινητοποιημένος, να εξαρτάσαι απόλυτα από τους άλλους, να μην έχεις ποτέ μια ιδιωτική στιγμή;
Τα πρώτα συναισθήματα, όταν η Ιάνθη συνειδητοποιεί την κατάστασή της είναι θυμός (γιατί να μου συμβεί εμένα αυτό;) άρνηση (όχι, δεν είναι δυνατό να μείνω έτσι, θα γίνω καλά) και απόρριψη του οίκτου. Δεν θέλει να δει κανένα, ούτε τις αχώριστες φίλες της, δεν μπορεί να ανεχτεί το να τη λυπούνται. Όταν μεταφέρεται σε νοσοκομείο της Αγγλίας, την περιμένει ένα άλλο σοκ. Το σοκ από τη δήλωση του Άγγλου γιατρού ότι δεν υπάρχει περίπτωση αλλαγής της  κατάστασής της. Ότι είναι τετραπληγική και θα μείνει για πάντα έτσι. Θα πρέπει, επομένως, να μάθει να ζει με την κατάστασή της. «Ο χώρος γύρω μου έγινε ξαφνικά πολύ μικρός. Η ψύχρα της φωνής του σκόρπισε παγωνιά στους τοίχους, στις πόρτες και εισχωρούσε μέσα μου σαν καταψύκτης, σαν βοριάς που παγώνει. Ένα μουγκρητό πόνου βγήκε απ’ το στέρνο μου και μετά έμεινα λιπόθυμη. Δε θυμάμαι πολλά από τις επόμενες ώρες, από τις επόμενες μέρες. Ήταν σαν να πετούσα σ’ ένα ακαθόριστο σκοτάδι… Είναι τρομακτικό να σκοτώνεις την ελπίδα, να κλειδώνεις τα όνειρα, να διαγράφεις τη ζωή. Ποια ζωή; Δεν υπήρχε ζωή! Ήμουν είκοσι χρόνων και δεν μπορούσα να περπατήσω, δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τα χέρια μου, και το κεφάλι μου ήταν δεμένο με γάντζους  για να μένει όρθιο!»
Όμως, αυτή ακριβώς η συνειδητοποίηση της πραγματικότητας είναι που τη βοήθησε ώστε να μάθει όχι μόνο να ζει αλλά και να ξεπεράσει το πρόβλημά της. Ανεκτίμητη υπήρξε η βοήθεια του γιατρού της, του νοσηλευτικού προσωπικού, των άλλων παραπληγικών που ζούσαν εκεί. Μήνες μένει στο αγγλικό νοσοκομείο. Γυρίζει στην Κύπρο χωρίς να φορά τις γόβες που τόσο αισιόδοξα είχε πάρει μαζί της προσμένοντας το θαύμα. Μήπως όμως δεν είναι θαύμα αυτά που κατάφερε μετά στη ζωή της; Μαθαίνει να χειρίζεται τον υπολογιστή με μια ανεπαίσθητη κίνηση του μικρού δαχτύλου του αριστερού χεριού (τη μόνη κίνηση που μπορεί να κάνει), ξαναπαίρνει τη στήλη της στην εφημερίδα και αφοσιώνεται στον αγώνα για βελτίωση των συνθηκών ζωής των  παραπληγικών, συνθηκών τόσο δυσμενών στον τόπο μας. Κι όλα αυτά ενώ δεν παύει να ανεβαίνει τον προσωπικό της Γολγοθά. Δεν είναι μόνο η ακινησία. Η ακινησία συνεπάγεται πολλά άλλα προβλήματα. Προβλήματα στα νεφρά, πυρετούς, μολύνσεις. Αλλά και ψυχολογικά. Πότε μελαγχολεί, πότε οργίζεται ή γίνεται δύστροπη. Άλλοτε πάλι αναρωτιέται: «Υπάρχει Θεός; Κι αν υπάρχει γιατί δε μ’ άφησε να πεθάνω ή να με άφηνε παραπληγική… θα μπορούσα τουλάχιστον να χρησιμοποιώ τα χέρια μου». Μήπως υπάρχει μια μοίρα που καθορίζει τη ζωή μας από τη στιγμή που γεννιόμαστε; Αναρωτιέται. Όμως τις στιγμές αυτές δεν αργεί να διαδεχτεί η αισιοδοξία, η αγάπη για τη ζωή, ο αγώνας για τη δική της πρόοδο και το γενικότερο καλό. Κι όταν ο έρωτας θα χτυπήσει την πόρτα της καρδιάς της δυσκολεύεται να το πιστέψει. Κι όμως είναι αλήθεια. Όχι μόνο παντρεύεται, αλλά αποκτά κι ένα παιδί και τη βλέπουμε στο πρώτο κεφάλαιο να ετοιμάζεται για να πάει στην αποφοίτηση του γιου της από το Πανεπιστήμιο. Το θαύμα που οι δικοί της και η ίδια περίμεναν να γίνει δεν έγινε. Μήπως όμως είναι μικρότερο θαύμα ο έρωτας, ο γάμος, η γέννηση του παιδιού της;
Είναι αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίο η συγγραφέας μετουσίωσε λογοτεχνικά μια πραγματική ιστορία. Πρότυπό της υπήρξε, όπως ομολογεί στον πρόλογό της, ένα κορίτσι που είχε τη μοίρα της Ιάνθης. Μίλησε για ώρες μαζί της, επισκέφθηκε το κέντρο παραπληγικών, έμαθε πολλά για τη ζωή τους, για τη ψυχολογία τους. Δεν είναι βιογραφία, δεν καταγράφει απλώς τη ζωή της κοπέλας που γνώρισε. Αυτό θα ήταν πιθανόν δημοσιογραφία, όχι όμως λογοτεχνία. Ταυτίστηκε με την ηρωίδα της, μπήκε στη θέση της και απέδωσε με τρόπο λογοτεχνικά άρτιο όλα τα συναισθήματα, τις σκέψεις, την πορεία της ζωής μιας τετραπληγικής που δεν τα έβαλε κάτω, που αγωνίστηκε και βίωσε την ευτυχία. Ρεαλισμός και λυρισμός, εξωτερικές περιγραφές και εσωτερικότητα συνδυάζονται αρμονικά στο βιβλίο. Ένα βιβλίο που θα πρέπει να διαβαστεί όχι μόνο από τους νέους που ασυλλόγιστα διακινδυνεύουν τη ζωή τους, όχι μόνο από όσους η μοίρα καθήλωσε σ’ ένα αναπηρικό καροτσάκι, αλλά από τον καθένα μας. Γιατί μέσα από την τραγική ιστορία αναδύεται μια απέραντη αισιοδοξία, γιατί διαβάζοντάς το συνειδητοποιούμε πως «Η δύναμη του ανθρώπου δεν έχει όρια».
Παρουσίαση του βιβλίου στη Λευκωσία. Βιβλιοπωλείο "Πάργα", 5/11/2014




Παρασκευή, Οκτωβρίου 31, 2014

Κύριε Διοικητά

Romain Slocombe
Κύριε Διοικητά
Πόλις, 2014
Μετ. Έφη Κορομηλά
Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος φαίνεται πως θα παραμείνει ακόμα για πολύ πηγή λογοτεχνικής έμπνευσης. Αμέτρητα βιβλία έχουν γραφτεί, στηριγμένα σε πτυχές αυτού του πολέμου. Κι όμως υπάρχουν ακόμα πλευρές λογοτεχνικά ανεξερεύνητες.
Μια τέτοια πτυχή έρχεται να μας αποκαλύψει ο Γάλλος συγγραφέας Romain Slocombe. Συνηθίσαμε ως τώρα να διαβάζουμε ή να παρακολουθούμε (κινηματογραφικά) έργα που εκθειάζουν τη Γαλλική Αντίσταση. Τη σκοτεινή πλευρά του δωσιλογισμού και της ταύτισης με το ναζιστικό καθεστώς δεν θυμάμαι να έχω συναντήσει σε τόση έκταση και τόσο αποκαλυπτική ερμηνεία όσο στο βιβλίο του Slocombe.
Ολόκληρο το μυθιστόρημα αποτελείται από μια επιστολή, εξού και ο τίτλος "Κύριε Διοικητά". Την επιστολή απευθύνει ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Πωλ-Ζαν Υσσόν, το Σεπτέμβριο του 1942 στον Γερμανό Διοικητή της Νομαρχίας, στην οποία υπάγεται η μικρή πόλη Αντινύ, στην οποία ζει ο Υσσόν. Ο επιστολογράφος είναι συγγραφέας, διανοούμενος, Ακαδημαϊκός, ήρωας του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, υποστηρικτής και θαυμαστής του Πεταίν, φανατικός αντισημίτης, που με άρθρα και δημοσιεύματα καταφέρεται εναντίον των Εβραίων. Τα κίνητρά του είναι καθαρά ιδεολογικά. Πιστεύοντας ότι "οι Εβραίοι αποτελούν σε κάθε χώρα εθνικό και κοινωνικό κίνδυνο", τάσσεται υπέρ της "καθαρότητας" της Γαλλίας. Μπορούμε να υποθέσουμε ποιο θα είναι το τραγικό δίλημμα στο οποίο θα βρεθεί, όταν διαπιστώνει ότι η ωραία γυναίκα του γιου του, η Γερμανίδα ηθοποιός  Ίλσε, ξανθή και γαλανομάτα, είναι Εβραία! Και ακόμα χειρότερα, όταν την ερωτεύεται! Ταυτόχρονα με τα τρομερά διλήμματα και τα οικογενειακά δράματα που αντιμετωπίζει (θάνατος της κόρης και της γυναίκας του, φυγή του γιου του για να ενταχθεί στην Αντίσταση), μέσα από τη μακροσκελή επιστολή (ουσιαστικά ολόκληρο το βιβλίο) παρακολουθούμε την κατάληψη της Γαλλίας, την Κατοχή, τη δράση παρακρατικών ομάδων που συντάσσονται με το ναζιστικό καθεστώς, που απειλούν, εκβιάζουν και υποβάλλουν αγωνιστές σε φρικτά βασανιστήρια.
Ένα πολύ ενδιαφέρον βιβλίο, του οποίου το τέλος, στο οποίο τότε μόνο μαθαίνουμε τι ζητά ο Υσσόν από τον Κύριο Διοικητή, εκπλήττει τον αναγνώστη.
Μειονέκτημα και κάπως κουραστικό βρήκα το πλήθος των αναφορών σε πρόσωπα και γεγονότα όχι και τόσο γνωστά, εξού και οι πολλές σημειώσεις, των οποίων η παράθεση στο τέλος και όχι στο κάτω μέρος των σελίδων δυσχεραίνει τον αναγνώστη.

Τετάρτη, Οκτωβρίου 22, 2014

Αρκετά ως εδώ



Λάιονελ Σράιβερ
Αρκετά ως εδώ (So Much for That)
Μεταίχμιο 2012
Μετ. Γωγώ Αρβανίτη
Μετά το συγκλονιστικό "Πρέπει να μιλήσουμε για τον Κέβιν", αναζήτησα άλλα βιβλία της ίδιας συγγραφέως. Το μόνο που βρήκα ήταν το "Αρκετά ως εδώ". Όχι τόσο δυνατό έργο όσο ο "Κέβιν", αλλά εξίσου ογκώδες (607 σελίδες) και εξίσου ενδιαφέρον.
Πρόκειται για μια εικονογραφία της σύγχρονης Αμερικής, μιας πλευράς της τουλάχιστον, που αφορά τον τρόπο ζωής, τις δυσκολίες, τα οικονομικά προβλήματα, την κρατική καταδυνάστευση με τις απίστευτες φορολογίες και προπάντων το απάνθρωπο σύστημα υγείας, όπως όλα αυτά τα βιώνει ένα ζευγάρι, ο Σεπ Νάκερ και η σύζυγός του Γκλίνις και όχι μόνο αυτοί  βέβαια. Είναι ένας λόγος καταγγελτικός που αφήνει να ξεχύνεται ένας θυμός, διανθισμένος εντούτοις με χιούμορ, μαύρο χιούμορ. Είναι μια προσπάθεια αντίδρασης στην καταπίεση του σύγχρονου πολιτισμού και μια διακήρυξη για ανάγκη επιστροφής σε απλούστερους τρόπους ζωής.
Ο κεντρικός χαρακτήρας του βιβλίου, ο Σεπ Νάκερ, που είχε μετά από χρόνια σκληρής δουλειάς στήσει μια επιχείρηση για μαστορέματα κάθε είδους, ονειρεύεται πάντα τη Μετέπειτα Ζωή, δηλ. να μπορέσει κάποτε να φύγει για έναν άλλο τόπο, ένα τόπο που το κόστος ζωής θα ήταν ελάχιστο και να ζήσει εκεί όλη την υπόλοιπη ζωή του. Με τη γυναίκα του είχαν κάμει πολλά αναγνωριστικά ταξίδια και είχαν καταλήξει ότι ο ιδανικός τόπος γι' αυτό που ονειρεύονταν ήταν ένα μικρό νησί, η Πέμπα, στα ανοιχτά της Τανζανίας. 
Όταν ο Σεπ πουλάει την επιχείρησή του για ένα εκατομμύριο δολάρια, νιώθει έτοιμος για τη φυγή. Το βράδυ όμως που ανακοινώνει στη Γκλίνις την οριστική απόφασή του, την ίδια ώρα εκείνη τον πληροφορεί ότι μια επίσκεψη στο γιατρό έδειξε ότι πάσχει από ένα σπάνιο και ανίατο είδος καρκίνου, το μεσοθηλίωμα. Τα πάντα πλέον ανατρέπονται. Για ένα χρόνο παρακολουθούμε τη σταδιακή επιδείνωση της Γκλίνις, τις χημειοθεραπείες με όλες τις παρενέργειές τους και ταυτόχρονα την οικονομική αφαίμαξη του Σεπ, γιατί η ασφάλεια πληρώνει μέρος μόνο της ιατρικής περίθαλψης.
Τα δυο κεντρικά πρόσωπα του έργου πλαισιώνονται από πλήθος άλλα, που συμβάλλουν στο να φωτιστούν πολλές άλλες πλευρές του σύγχρονου τρόπου ζωής. Είναι τα δυο παιδιά του ζεύγους, είναι η αδελφή του που κι αυτή εξαρτάται οικονομικά από τον Σεπ, ο ηλικιωμένος πατέρας του, για την παραμονή του οποίου σε ίδρυμα επίσης πληρώνει ο Σεπ, οι αδελφές και η μητέρα της Γκλίνις και προπάντων ένα άλλο ζευγάρι, αχώριστοι φίλοι του Σεπ και της Γκλίνις, ο Τζάκσον και η Κάρολ. Κι αυτοί ανεβαίνουν το δικό τους Γολγοθά, με ένα κορίτσι που πάσχει από μια σπάνια ασθένεια του νευρικού συστήματος, την οικογενή δυσαυτονομία (το έψαξα αλλά πάλι δεν κατάλαβα τι ακριβώς είναι).
Μέσα από τους χαρακτήρες και τις ζωές όλων αυτών των προσώπων προβάλλει μια ζοφερή, σκληρή εικόνα της Σύγχρονης Αμερικής, κάθε άλλο παρά πραγματοποίηση του Αμερικανικού ονείρου. Προβάλλουν όμως και ζητήματα και προβληματισμοί που αφορούν κάθε άνθρωπο, όπου κι αν ζει: Πώς αντιμετωπίζει το περιβάλλον κάποιον με ανίατη ασθένεια; Πώς αντιμετωπίζεται ο θάνατος από τον ίδιο τον άρρωστο; Είναι σωστό να ξέρει και ο ίδιος πόσος καιρός του μένει; Τι ρόλο παίζει στη ζωή μας η φιλία, η αγάπη, η υπευθυνότητα; 
Μια ανατροπή στο τέλος δίνει στο μυθιστόρημα μια αισιόδοξη κατάληξη. Στη σκέψη όμως του αναγνώστη επικρατεί μάλλον η ιδέα της ματαιότητας και της απαξίωσης του σύγχρονου τρόπου ζωής. Ίσως κι ένας προβληματισμός για την ανάγκη αναθεώρησης της ζωής μας. "Τα λίγα χρόνια που είμαστε ικανοί να απολαύσουμε τη ζωή δουλεύουμε σαν σκλάβοι. Και τι μας απομένει; Τα χρόνια που είμαστε γέροι και άρρωστοι. Όταν σταματάμε επιτέλους τη δουλειά, αρρωσταίνουμε. Έχουμε ελεύθερο χρόνο όταν μας είναι βάρος. Όταν μας είναι άχρηστος. όταν ο ελεύθερος χρόνος παύει να είναι ευκαιρία και γίνεται εμπόδιο".

Δευτέρα, Οκτωβρίου 06, 2014

Η καρδερίνα

Ντόνα Ταρττ
Η καρδερίνα (The goldfinch)
Λιβάνης, 2014
Άργησα πολύ να μπω στο ρυθμό γραφής της Ντόνα Ταρττ, να συγχρονιστώ με τον αργό βηματισμό της, σε σημείο που σκεφτόμουν μήπως ήταν υπερβολικές οι ενθουσιώδεις κριτικές και το βραβείο Pulitzer με το οποίο τιμήθηκε. Όταν όμως, επιμένοντας προσαρμόστηκα, το βιβλίο απέκτησε μια ακαταμάχητη γοητεία κι ας μου πήρε κάπου δυο βδομάδες να διεξέλθω τις 989 πυκνογραμμένες σελίδες του.
Δε θα έλεγα πως δεν έχει μειονεκτήματα. Αυτός ο όγκος γραφής θα μπορούσε να είχε περιοριστεί. Υπάρχουν πολλές αναφορές σε παρόμοια περιστατικά, όπως για παράδειγμα η επίδραση των ναρκωτικών που αναφέρεται ξανά και ξανά. Όμως γενικά είναι ένα εντυπωσιακό συγγραφικό επίτευγμα, ενδιαφέρον από πάρα πολλές απόψεις.
Πολλές πτυχές της σύγχρονης Αμερικής είναι αριστοτεχνικά δοσμένες. Η ατμόσφαιρα των πόλεων, ειδικά της Νέας Υόρκης και του Λας Βέγκας, όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος του έργου, οι δρόμοι τους, οι κάτοικοί τους, οι θεσμοί, οι απατεώνες αλλά και οι ακέραιοι χαρακτήρες, η δύναμη της φιλίας και η αποξένωση, τα ναρκωτικά, η τέχνη και η εμπορία της, η λογοτεχνία, βρίσκουν τη θέση τους στη μακροσκελέστατη αφήγηση του κεντρικού ήρωα, του Θίο Ντέκερ. Ο ήρωας της Ταρττ αποτελεί μια σύγχρονη εκδοχή άλλοτε του Όλιβερ Τουίστ του Ντίκενς, άλλοτε του Χόλντεν Κώλφηλντ του "Φύλακας στη σίκαλη" και άλλοτε του Χάρυ Πότερ, εξού και ο αχώριστος φίλος του, ο δευταραγωνιστής του βιβλίου, ο Μπόρις, σχεδόν πάντα τον αποκαλεί Πότερ.
Το μυθιστόρημα αρχίζει από το τέλος. Ο Θίο βρίσκεται μόνος και άρρωστος σ' ένα ξενοδοχείο στο Άμστερνταμ. Είναι Χριστούγεννα και για πρώτη φορά ύστερα από χρόνια βλέπει στο όνειρό του τη νεκρή πια μητέρα του. Η σκέψη και η αφήγησή του πάει 14 χρόνια πίσω, όταν, δεκατριάχρονος, είχε πάει μαζί με τη μητέρα του στο Μητροπολιτικό Μουσείο της Νέας Υόρκης για να δουν μια έκθεση Ολλανδών ζωγράφων. Ανάμεσα στους πίνακες βρισκόταν και ο αγαπημένος πίνακας της μητέρας του, η "Καρδερίνα", έργο του Ολλανδού,  ζωγράφου Φαπρίτσιους, μαθητή του Ρέμπραντ. Ο Φαπρίτσιους σκοτώθηκε το 1654 σε μια έκρηξη εργοστασίου πυρίτιδας, από την οποία καταστράφηκαν και όλα τα έργα του, εκτός από τον μικρό αυτό πίνακα, την "Καρδερίνα". "Ήταν μικρός, ο πιο μικρός στην έκθεση, και ίσως ο πιο απλός: ένα κίτρινο πουλάκι σε ένα γυμνό, άχρωμο φόντο, με μια αλυσίδα να το κρατάει δεμένο στην κούρνια του από το σαν κλαράκι αδύνατο ποδαράκι".
Ενώ ο Θίο βρίσκεται στο μουσείο, παρατηρώντας όχι μόνο τους πίνακες αλλά κι ένα κοκκινομάλλικο κορίτσι που θα γίνει ο  έρωτας της ζωής του, μια έκρηξη από τρομοκρατική ενέργεια καταστρέφει μερικές αίθουσες. Ανάμεσα στα θύματα και η μητέρα του. Εκείνος επιζεί και φεύγοντας, σε μια ενστικτώδη παρόρμηση, παίρνει μαζί του το μικρό πίνακα που θα γίνει το επίκεντρο του μυθιστορήματος.
Πεντάρφανος ο Θίο, με τον πατέρα του να τους έχει εγκαταλέιψει από καιρό, με κάποιους παππούδες να μη δείχνουν καμιά προθυμία να τον αναλάβουν, βρίσκει φιλόξενη στέγη στην πλούσια οικογένεια ενός φίλου και συμμαθητή του. Το δαχτυλίδι που του είχε εμπιστευτεί πριν πεθάνει, στην αίθουσα του Μουσείου ένας ηλικιωμένος, γίνεται αφορμή να γνωρίσει τον πιο ακέραιο ίσως τύπο του βιβλίου, τον Τζέιμς Χόμπαρτ. Είναι ένας έμπορος επίπλων, κατ' ακρίβεια αναπαλαιωτής επίπλων, αντικέρ,  με αφοσίωση στην τέχνη, ένας ευπατρίδης θα 'λεγε κανείς, που θα γίνει ο αγαπημένος προστάτης του Θίο, ο μέντοράς του και θα τον μυήσει σε πολλά μυστικά της τέχνης.
Στο μεταξύ όμως άλλες περιπέτειες περιμένουν τον Θίο. Ο πατέρας του που μετά τη φυγή του έμενε με τη φιλενάδα του στο Λας Βέγκας, ζώντας από το τζόγο και μικροαπάτες, έρχεται και τον παίρνει μαζί του. Με τον πίνακα της καρδερίνας πάντα σαν φυλαχτό, χωρίς ποτέ να έχει πει τίποτα σε κανένα, ο μικρός Θίο θα ζήσει για καιρό στο Λας Βέγκας. Εκεί θα γνωρίσει το συμμαθητή του Μπόρις, που θα γίνει ο αχώριστος σύντροφός του. Ο Μπόρις, με καταγωγή από την Ανατολική Ευρώπη, ορφανός κι αυτός από μητέρα, έχει ζήσει με τον πατέρα του σε πολλές χώρες του κόσμου. Μιλάει Ρωσικά, Ουκρανικά, Πολωνικά, είναι ένας τύπος μικρού μποέμ που εισάγει τον Θίο στον κόσμο του αλκοόλ, των ναρκωτικών και της μικροαπατεωνιάς. Το σχολείο δεν τους ενδιαφέρει, ζώντας ουσιαστικά και οι δυο χωρίς οικογενειακή επίβλεψη, κλέβουν, καπνίζουν, χωρίς στόχο και σκοπό στη ζωή τους.
Όταν ο πατέρας του Θίο σκοτώνεται σε τροχαίο, τίποτα πια δεν τον κρατάει εκεί. Με τα ελάχιστα υπάρχοντά του, ανάμεσα στα οποία πάντα κρυμμένη η "Καρδερίνα", ένα σκυλί και το βιβλίο του Σαιντ Εξιπερί "Άνεμος, άμμος και αστέρια" (στα ελληνικά "Γη των ανθρώπων"), διασχίζει με λεωφορείο την  Αμερική και καταφεύγει στη Ν. Υόρκη, στον Χόμπαρτ. Δεκατέσσερα χρόνια μετά, με την ανάμνηση της μητέρας του και τον ανεκπλήρωτο έρωτά του να τον συνοδεύουν, ο μικρός, καλά κρυμμένος πίνακας θα βρεθεί και πάλι στο επίκεντρο της ζωής του Θίο με απρόβλεπτες εξελίξεις. Τότε θα βρεθεί στο Άμστερνταμ και το τέλος συνδέεται με την αρχή.
Το μυθιστόρημα αυτό είναι τόσο πλούσιο σε θέματα που το αργό διάβασμα καθίσταται αναγκαίο. Ο αναγνώστης ξαναθυμάται έργα τέχνης, μουσικά ακούσματα, κινηματογραφικά έργα και προπάντων λογοτεχνία. Ντοστογιέφσκι, Πόε, Προυστ, Εξιπερί κ.ά. αναφέρονται όχι απλώς ως ονόματα αλλά κάποτε και με σχολιασμό απόψεών τους. Οι περιγραφές του πώς αισθάνεται ο χρήστης ναρκωτικών ή η κατάσταση του στερητικού συνδρόμου, όταν κάποιος αποφασίσει να απεξαρτηθεί, είναι τόσο πειστικές, ώστε δημιουργούν την υποψία της προσωπικής εμπειρίας.
Εν τέλει, μια σύγχρονη εκδοχή των ογκωδών μυθιστορημάτων του 19ου αι. που αξίζει τον κόπο που θα του αφιερώσει ο αναγνώστης.