- Η Φοιτητική Λέσχη της Φανταστικής Λογοτεχνίας -


Αγαπητοί αναγνώστες, σας ενημερώνουμε ότι στα ελληνικά ιδρύματα της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης, Α.Ε.Ι. και Α.Τ.Ε.Ι., δραστηριοποιείται η Φοιτητική Λέσχη Φανταστικής Λογοτεχνίας.

Η Λέσχη συγκροτείται από ομάδες φοιτητών που προέρχονται από διάφορα πανεπιστημιακά ή μεταπτυχιακά προγράμματα της χώρας. Υπάρχει ωστόσο η δυνατότητα να γίνει κανείς μέλος ακόμη και αν δεν είναι φοιτητής.

 Στόχους της Λέσχης αποτελούν

                                                             Θοδωρής

                                                                                              του Σταμάτη Μαμούτου

Έχει παρέλθει περίπου ένας μήνας από αυτό που θα σας διηγηθώ. Έκανα την καθιερωμένη, πρωινή, σαββατιάτικη βόλτα στο κέντρο των Αθηνών. Βρισκόμουν στο φανάρι της διασταύρωσης των οδών Ακαδημίας και Ιπποκράτους. Κοιτούσα εκνευρισμένος τα απομεινάρια ενός αυτοκόλλητου της Λέσχης, το οποίο κάποιος ιδεολογικός αντίπαλος είχε σκίσει, στο ΚΑΦΑΟ δίπλα απ’ την διάβαση των πεζών. Ετοιμαζόμουν να περάσω απέναντι, κατευθυνόμενος προς την Νεάπολη, όπου θα συναντούσα έναν παλιό φίλο και συμφοιτητή. Όταν άκουσα μια φωνή να με καλεί.  


Γύρισα να δω ποιος ήταν. Αντίκρισα έναν γέροντα, να κάθεται στην γωνιακή είσοδο του ιστορικού κτηρίου που κάποτε φιλοξενούσε το βιβλιοπωλείο του Παπασωτηρίου. Η παλιά γωνιά του βιβλίου έχει ερημώσει καιρό τώρα. Ο γέροντας που με καλούσε καθόταν αναπαυτικά, σαν βασιλιάς των ζητιάνων, μπροστά στην άλλοτε πολυσύχναστη είσοδο.

Στην αρχή νόμιζα ότι ζητούσε ελεημοσύνη από τους περαστικούς. Το κόκκινο φανάρι είχε σταματήσει τα αυτοκίνητα και δεν ήθελα να χάσω χρόνο. Βιαζόμουν να φτάσω εγκαίρως στο σημείο της προκαθορισμένης συνάντησης με τον παλιόφιλο. Όμως, η έκκληση του ηλικιωμένου άντρα προς εμένα ήταν επιτακτική. Άρχισε να με καλεί επίμονα με κινήσεις των χεριών όταν η φωνή του πνίγηκε στον θόρυβο του πολυσύχναστου δρόμου. Τον πλησίασα προσεκτικά.

«Τι συμβαίνει;» τον ρώτησα.

«Βοήθησέ με να σηκωθώ», μου είπε και άπλωσε τα χέρια του προς εμένα.

«Γιατί έκατσες εκεί;», απόρησα.

«Με έχει πεθάνει στον πόνο η μέση μου», απάντησε εκείνος.

Του έδωσα το χέρι και τον βοήθησα να σηκωθεί. Ήταν σαν να κρατούσα ένα τσουβάλι με μεγάλες πέτρες. Οι δυνάμεις του τον είχαν εγκαταλείψει και περπατούσε μισό βήμα κάθε λεπτό. Πρέπει να πέρασε τουλάχιστον ένα τέταρτο μέχρι να διασχίσουμε την διάβαση στο φανάρι. Διακόψαμε την ροή των αυτοκινήτων στην οδό Ακαδημίας. Ευτυχώς, δεν έπεσε κανένα επάνω μας. Όταν τα καταφέραμε, τελικά, τον ρώτησα, «πού θες να πάς τώρα;»

«Στο φαρμακείο», αποκρίθηκε.

«Στην Σόλωνος;» διερωτήθηκα, έχοντας κατά νου το κοντινότερο φαρμακείο που βρίσκεται στην διασταύρωση της οδού Σόλωνος με την οδό Ασκληπιού.

«Όχι. Εδώ στην Ιπποκράτους, αριθμό 12», μου είπε εκείνος.

Καθώς στεκόμασταν ακίνητοι, όσο διαρκούσε αυτή η συνομιλία, τον κοίταξα προσεκτικά. Είχαν γίνει όλα τόσο γρήγορα ώστε να μην προλάβω να συγκρατήσω την εικόνα του καθαρά μέχρι εκείνη την στιγμή. Διέκρινα, τότε, ότι φορούσε ένα σκούρο ημίπαλτο μπουφάν, ένα παλιό αλλά καθαρό άσπρο πουκάμισο, καφέ κοτλέ παντελόνι και ένα ταλαιπωρημένο καπέλο στο φαλακρό κεφάλι του. Το ντύσιμό του ταίριαζε σε κάποιον αξιοπρεπή μικροαστό ή και μεσοαστό. Όχι σε κάποιον γεροντάκο με μειωμένη αντίληψη.

Ωστόσο, υπήρχε ένα σοβαρό πρόβλημα σε αυτά που έλεγε. Στον αριθμό 12 της οδού Ιπποκράτους δεν φαινόταν κανένα φαρμακείο. Το θυμόμουν αλλά μπορούσα και να το διαπιστώσω, καθώς βρισκόμασταν στο απέναντι πεζοδρόμιο, λίγα μέτρα πιο κάτω, και η ματιά μου έφτανε στο σημείο που ο ηλικιωμένος άντρας σκόπευε να πάει. Λίγες στιγμές αργότερα ο νέος μου φιλαράκος άρχισε να καταρρέει. Βούλιαζε προς το κράσπεδο και αναγκάστηκα να τον αρπάξω σε μια λαβή της ελληνορωμαϊκής πάλης για να μην σωριαστεί χάμω. Κάποιοι περαστικοί γύρω μου βοήθησαν, συγκρατώντας λίγο από το βάρος του.

Όταν τον φέραμε κάπως στα ίσα του, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο φίλος μου που ρωτούσε αν είχα φτάσει στο σημείο συνάντησης. Του απάντησα σύντομα, «έλα στην διασταύρωση της Ιπποκράτους με την Ακαδημίας. Απέναντι από το βιβλιοπωλείο του Τσιγαρίδα. Σου έχω μια έκπληξη».


Μετά από λίγα λεπτά ο Ανδρέας έφτασε στο σημείο, βλέποντάς με να κρατώ αγκαλιά τον γέροντα που άρχιζε πάλι να βυθίζεται προς το έδαφος. Ήταν τυχερός μέσα στην ατυχία του. Δυο εύσωμοι άντρες μπορούσαμε να τον κουμαντάρουμε καλύτερα. Τον βάλαμε τελικά να καθίσει σε μια καρέκλα που δανειστήκαμε από το βιβλιοπωλείο του Τσιγαρίδα. Έδειχνε να παίρνει λίγες ανάσες αλλά ο πόνος της μέσης δεν υποχωρούσε. Ο ηλικιωμένος άντρας αδυνατούσε να κάνει το παραμικρό βήμα χωρίς να υποφέρει. Συζητήσαμε για λίγο μαζί του, καθώς ξεκουραζόταν στην καρέκλα. Μας είπε ότι τον έλεγαν Θοδωρή, πώς ήταν ενενήντα ενός ετών, ότι εργάστηκε για τρεις δεκαετίες στο κράτος της Νότιας Αφρικής και ότι δεν είχε οικογένεια.

«Πώς ήταν στο South Africa;», τον ρωτήσαμε.

«Κι εκεί χάλια και εδώ χάλια», απάντησε και συνέχισε, «όταν είσαι μακριά από την χώρα σου, γίνεται να είσαι καλά;»

«Το θέμα είναι ότι δεν βλέπω κανένα φαρμακείο εδώ γύρω» είπα στον Ανδρέα, αλλάζοντας την συζήτηση, αλλά εκείνος με καθησύχασε, δίνοντας στο πρόσωπό του μια από τις γνωστές, από τότε που ήμασταν συμφοιτητές, επιτηδευμένα κυνικές εκφράσεις, οι οποίες αποτελούσαν κάτι σαν σήμα κατατεθέν του μαύρου χιούμορ του.

«Κατάλαβα που θέλει να πάει. Δούλευα στον Τσιγαρίδα κάποτε και έρχονταν αρκετοί που έψαχναν αυτό που θέλει ο κύριος. Ετοιμάσου για αποκάλυψη». Ο Ανδρέας στράφηκε στον γέροντα και τον ρώτησε.

«Μήπως θες να πας στον τρίτο όροφο του αριθμού 12, της οδού Ιπποκράτους;»

«Ναι, ναι! Εκεί πηγαίνω», απάντησε ο Θοδωρής με τραυματισμένο ενθουσιασμό.

«Είναι φαρμακείο εκεί πάνω;» απόρησα.

«Όχι φίλος. Είναι το κατάστημα του Βελόπουλου. Ο Κάδμος. Πουλάει κεραλοιφές», διευκρίνισε ο Ανδρέας.

Έμεινα για μια-δυο στιγμές ακίνητος κι έπειτα άρχισα να γελώ. Ο Ανδρέας με συνόδευσε με το γνωστό σαρδόνιο χαμόγελό του, μα αντέδρασε πιο συγκρατημένα. 

«Σε αυτό το φαρμακείο θες να πας;» ρώτησα τον Θοδωρή.

«Ναι», μου απάντησε.

«Θες να αγοράσεις φάρμακο για την μέση σου;»

«Ναι. Να πάρω μια αλοιφή», είπε μέσα απ’ τα δόντια συνεχίζοντας να πονά.

«Έχεις ξαναπάρει από εκεί φάρμακα;»

«Βέβαια» αποκρίθηκε ο γέροντας.

«Μάλιστα», απάντησα και άρχισα να σκέφτομαι πώς θα γινόταν εφικτό να τον περάσουμε στο απέναντι πεζοδρόμιο και να τον ανεβάσουμε στον τρίτο όροφο.

Τελικά, τα καταφέραμε. Μετά από είκοσι, περίπου, λεπτά πρέπει να βρεθήκαμε στον τρίτο όροφο της παλιάς δαιδαλώδους πολυκατοικίας. Για κακή μας τύχη, από τον ανελκυστήρα μέχρι τα γραφεία του Κάδμου, έπρεπε να διασχίσουμε έναν διάδρομο περίπου είκοσι μέτρων. Με τον Θοδωρή να στηρίζεται στους ώμους μας, φτάσαμε τελικά στην Ιθάκη μας μετά κόπων και βασάνων.

«Και τώρα τι θα τον κάνω εγώ;», διερωτήθηκε δικαιολογημένα η πωλήτρια του Κάδμου.

«Δώσε του αυτό που θέλει και κάλεσε ένα ταξί να τον μεταφέρει στο σπίτι του», της είπα, ενόσω ο Ανδρέας βόλευε τον Θοδωρή σε μια καρέκλα του καταστήματος.

«Παιδιά, εδώ πουλάμε τα προϊόντα του κυρίου Βελόπουλου. Το ξέρετε, έτσι;» μας ρώτησε η πωλήτρια, δίνοντας να καταλάβουμε, εμμέσως πλην σαφώς, ότι το πιθανότερο ήταν να μην έβρισκε ο γέροντας κάποιο προϊόν που θα έκανε τους πόνους του να υποχωρήσουν.

Απαντήσαμε καταφατικά κι αφού είδαμε ότι παρέμενε ακλόνητος στην επιλογή του προϊόντος που είχε κατά νου, χαιρετήσαμε τόσο εκείνη όσο και τον Θοδωρή και αποχωρήσαμε.

 «Να δω ποιοι θα μαζέψουν εμάς από τους δρόμους αν φτάσουμε σε μεγάλη ηλικία και χρειαστούμε βοήθεια», διερωτηθήκαμε, μεταξύ σοβαρού και αστείου, με τον Ανδρέα, καθώς ανεβαίναμε στα Εξάρχεια.

«Αν κρίνουμε από τα σημερινά δεδομένα το πιθανότερο είναι ότι εφόσον καταφέρουμε να φτάσουμε σε μεγάλη ηλικία και βρεθούμε σε παρόμοια θέση, θα μας χτυπήσουν, θα μας ληστέψουν και θα μας παρατήσουν στο πεζοδρόμιο τα πολυεθνικά μπουλούκια των νεολαίων εκείνης της εποχής», σκεφτήκαμε, φλερτάροντας -με λίγες δόσεις ειρωνείας- μια δυστοπία που δεν μοιάζει και τόσο απίθανη.

Προς το παρόν εκείνο που δεν μπορεί να αμφισβητηθεί είναι ότι στα θεμέλια που χτίζεται αυτή η δυστοπία του μέλλοντος, ανάμεσα στα άλλα, βρίσκεται και η κρίση του ορθολογιστικού υποδείγματος. Μια κρίση του ορθολογιστικού υποδείγματος που συνεπάγεται την ήττα της σύγχρονης ιατρικής και την διάλυση των δημόσιων συστημάτων υγείας στις αστικές χώρες του «δυτικού κόσμου». Η επιλογή του ενενηντάχρονου φιλαράκου να καταφύγει στα γιατροσόφια του Βελόπουλου και όχι στο νοσοκομείο ή στο φαρμακείο ενώ υπέφερε από τον πόνο, ίσως να μην αποτελεί μια γεροντική ιδιοτροπία.

Δεν χρειάζεται να γράψω πολλά περί του τι σημαίνει για την δημόσια υγεία να ζει κανείς στην μνημονιακή Ελλάδα, έπειτα από πενήντα δύο χρόνια μεταπολίτευσης, με επτά χρόνια κυβέρνηση Μητσοτάκη -κι ενώ έχουν προηγηθεί κυβερνήσεις Τσίπρα και Σαμαρά, με υπουργό υγείας τον Άδωνι-Σπυρίδωνα Γεωργιάδη. Αυτός ο συνδυασμός είναι αρκετός για να καταλάβει ακόμη και εξωγήινος ότι είναι ευκολότερο να ταξιδέψει κανείς στο διάστημα παρά να γίνει δέκτης ουσιαστικής ιατρικής περίθαλψης στην Ελλάδα των καιρών μας. Ωστόσο, η υποχώρηση της δημόσιας και της ιδιωτικής υγείας δεν έχει να κάνει μόνο με τα προφανή παραπάνω. Φρονώ ότι έχει να κάνει με βαθύτερους λόγους, που σχετίζονται με την εγγενή αρρώστια του διανοητικού μοντέλου της φιλελεύθερης και ορθολογιστικής νεωτερικότητας.

Το διανοητικό μοντέλο στο οποίο θεμελιώθηκε το νεωτερικό οικοδόμημα, με τον ορθό λόγο να αντικαθιστά την μεταφυσική στον πυρήνα της πνευματικής συγκρότησης και την επιστήμη να υποσκελίζει την θρησκεία, την παράδοση και την τέχνη τόσο στην γενική αποτίμησή τους ως «πεδία σοφίας» όσο και στον τρόπο με το οποίο επηρέασαν τον ιστορικό προσανατολισμό των κοινωνιών, πνέει τα λοίσθια στην μεταμοντέρνα νεωτερικότητα της εποχής μας. Ο εργαλειακός ορθολογισμός αποδείχτηκε ένα διανοητικό καρυδότσουφλο, που εργαλειοποιήθηκε από τις δυνάμεις του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού για τους πολιτικούς τους σκοπούς.

Θυμάμαι ότι, πριν μερικά χρόνια, ο πρωθυπουργός της Ελλάδος, συνοδευόμενος από την κουστωδία των ορθολογιστών σφουγγοκωλάριων της εγχώριας αστικής νομενκλατούρας που υποδύονται τους επιστημονικούς συμβούλους, επισκέφθηκε ένα μικρό λιμάνι μιας επαρχιακής πόλης. Οι ορθολογιστές συστημικοί επιστήμονες είχαν διαβεβαιώσει τον πρωθυπουργό ότι το έργο που ξεκινούσε ήταν απαραίτητο για την ασφάλεια των καϊκιών και των πλωτών μέσων που μπαινόβγαιναν στο λιμάνι. Για κακή τους τύχη, καθώς έκαναν την τηλεοπτική τους παράτα, ένας ψαράς, που είχε άριστη εμπειρική γνώση του συγκεκριμένου χώρου, τους προειδοποίησε την ώρα της ζωντανής τηλεοπτικής μετάδοσης ότι οι τεχνοκράτες που σχεδίασαν και άρχισαν να υλοποιούν το έργο είχαν αγνοήσει μια σειρά δεδομένων της τοπικής ιδιομορφίας του λιμανιού. Ο ψαράς είπε στον πρωθυπουργό και τους ορθολογιστές γραβατάκηδες που τον συνόδευαν ότι το έργο δεν θα προλάβαινε να ολοκληρωθεί γιατί τα κύματα της θάλασσας θα κατάπιναν τις σκαλωσιές. Ο πρωθυπουργός, με την άνετη βεβαιότητα του ορθολογιστή λίμπεραλ, αστειεύτηκε με τον ψαρά, λέγοντάς του ότι αν το έργο ολοκληρωνόταν ο ψαράς θα τον κερνούσε μια μπύρα ενώ αν συνέβαινε το αντίθετο θα κερνούσε τον ψαρά ο ίδιος. Τελικά, μετά από λίγο καιρό, ο ψαράς δικαιώθηκε. Όπως επισήμαναν δημοσιογραφικά δημοσιεύματα, τα κύματα της θάλασσας κατάπιαν τις σκαλωσιές και γκρέμισαν το έργο που είχε εκπονηθεί από την επιστημονική ελίτ του συγκεκριμένου κλάδου.

Δεν μάθαμε ποτέ αν ο πρωθυπουργός κέρασε τον ψαρά την μπύρα που είχε στοιχηματίσει. Επιβεβαιώσαμε, όμως, ότι ο ορθολογιστικός τρόπος σκέψης δεν είναι ο τρόπος σκέψης που μονοπωλεί την λογική, όπως οι υποστηρικτές του διατυμπανίζουν. Ο ορθολογιστικός τρόπος σκέψης είναι ένας τρόπος σκέψης που κλείνει την επιστημονική έρευνα σε όσα το πείραμα μιας αλληλουχίας επιβεβαιωμένων συνειρμών αποδεικνύει ότι ισχύουν. Όμως, οι ορθολογιστές ξεχνούν συχνά ότι αν το πείραμα της επιστήμης δεν μπορεί να αποδείξει πως κάτι υπάρχει αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα ότι όντως δεν υπάρχει. Ίσως να υπάρχει αλλά το πείραμα αδυνατεί να το αποδείξει.

Το γεγονός ότι δεν υπάρχουν αποτελεσματικά φάρμακα για κάποιες ασθένειες ή το ότι δεν έχουν βρεθεί ιατρικές εξετάσεις που να εντοπίσουν ορισμένες παθήσεις άμεσα και με σαφήνεια δεν σημαίνει ότι οι ασθένειες και οι παθήσεις αυτές δεν υπάρχουν. Κάπου εκεί γεννιέται η ορθολογιστική αλαζονεία.  Με αποτέλεσμα να αφήνει εκτός του πεδίου των επιστημών πτυχές της ανθρώπινης διανόησης που είχαν αναπτυχθεί επί αιώνες, πριν την έλευση της νεωτερικότητας, και περιλαμβάνουν μεγάλες δόσεις σοφίας τις οποίες αδυνατεί να απορροφήσει και απαξιώνει η ορθολογιστική σκέψη. Ο ορθολογισμός δεν είναι απλώς ένας τρόπος οργανωμένης σκέψης. Είναι ένα συστημικό σκεπτικό που αναπαράγει την εικόνα του κόσμου τον οποίο θέλει να διαμορφώσει ο εξουσιαστικός φιλελευθερισμός και οι υπόλοιπες προοδευτικές πολιτικές ιδέες της νεωτερικότητας. 

Έτσι, τριακόσια περίπου χρόνια μετά τις διακηρύξεις των Διαφωτιστών, που διαβεβαίωναν ότι ένα λαμπρό μέλλον ανοιγόταν για την ανθρωπότητα εφόσον η απελευθέρωση της ανθρώπινης σκέψης από την μεταφυσική, μέσω του ορθολογισμού, θα αποδέσμευε τις δυνάμεις της επιστήμης, με προοπτική να λυθούν τα μεγάλα προβλήματα του ανθρώπινου βίου (ανάμεσα σε αυτά και εκείνα της υγείας), η ιστορία φαίνεται ότι έχει άλλη γνώμη. Στην περίοδο της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας που διανύουμε, παρά τις μεγάλες εξαγγελίες και τις δημοσιογραφικές φανφάρες, η επιστήμη δείχνει να έχει νικηθεί κατά κράτος από τα μεγάλα προβλήματα της καθημερινότητας τα οποία γίνονται όλο και πιο μεγάλα, όλο και πιο περίπλοκα. Και αυτό είναι κάτι αναμενόμενο. Εφόσον ο ορθολογισμός ως σχήμα σκέψης αποτελεί παρακλάδι των προοδευτικών αντιλήψεων της νεωτερικότητας είναι αναμενόμενο να αντανακλά την νεωτερική αντίληψη για την ζωή. Σε αυτό το σημείο θα συμφωνήσω με τον Νίτσε ο οποίος υποστήριζε ότι η επιστήμη είναι ένα σκουλήκι που ψαχουλεύει μεμψίμοιρα, ό,τι βρει, στα μεσοδιαστήματα των γιγάντων της φιλοσοφίας. 

Η επιστήμη, εγκλωβισμένη καθώς είναι στα όρια του προδιαγεγραμμένου πεδίου γνώσης των ορθολογιστών, είναι εύλογο να αναπαράγει τις αντιφάσεις, τις ασυνέχειες, τις παθογένειες και τους περιορισμούς της νεωτερικής εξουσίας. Ένας ολόκληρος κόσμος οδηγείται στην καταστροφή, η ανθρωπότητα βιάζεται καθημερινά για να χωρέσει σε κουτιά που την ακρωτηριάζουν, επειδή η εξουσιαστική ελίτ του διεθνούς φιλελευθερισμού πρέπει, σώνει και καλά, να πείσει την οικουμένη ότι αυτή την απελευθέρωσε (από τι, είναι άλλο ερώτημα), ότι το πλαίσιο ζωής που προσφέρει είναι το μοναδικό που στηρίζεται στην λογική, ότι δεν υπάρχει άλλος δρόμος για ολόκληρο τον πλανήτη από το να υιοθετήσει τις ιδέες που γέννησε ο φιλελεύθερος Διαφωτισμός, ότι υπάρχει κάποιο συμβόλαιο με την ιστορία που επιτάσσει την επιβολή του δυτικού νεωτερικού μοντέλου παγκοσμίως ως τελικό προορισμό της ιστορίας (να που και οι ορθολογιστές υιοθετούν μια κάπως μεταφυσική διάσταση σκέψης). Μέσα σε αυτό τον κυκεώνα εξουσιαστικής αλητείας και διαψευσθέντων υποσχέσεων αγκομαχά και η ιατρική επιστήμη της εποχής μας.

Πριν κάποια χρόνια είχα την ατυχία να προσβληθώ από ένα σπάνιο νόσημα. Στην εποχή μας έχει γίνει μόδα να αποκαλούν οι γιατροί αυτές τις παθήσεις «αυτοάνοσες». Έμεινα σχεδόν έναν χρόνο κλινήρης. Πονούσα και αδυνατούσα να μετακινηθώ σε μεγάλες αποστάσεις. Επισκέφθηκα την ελίτ της ελλαδικής ιδιωτικής ιατρικής φροντίδας (αν ήθελα να κλείσω ραντεβού σε γιατρό δημόσιου νοσοκομείου θα χρειαζόταν να περιμένω μερικούς μήνες). Με εξέτασαν γιατροί διαφόρων ειδικοτήτων. Χειρουργοί, γαστρεντερολόγοι, δερματολόγοι, ακτινολόγοι, παθολόγοι.

Στην εκάστοτε πρώτη συνάντηση ο κάθε γιατρός έριχνε στον άλλο την ευθύνη της αποτυχίας εύρεσης της κατάλληλης θεραπείεας και συνιστούσε να κάνω νέες εξετάσεις (μαγνητικές τομογραφίες, κολονοσκοπήσεις κλπ) σε άλλους γιατρούς, με τους οποίους συνεργαζόταν, γιατί δεν εμπιστευόταν τους γιατρούς που είχαν πραγματοποιήσει τις εξετάσεις μέχρι τότε. Η περιφορά μου για νέες εξετάσεις σε κάθε κύκλο γιατρών που εισερχόμουν, συνεπαγόταν επιπλέον μεγάλα οικονομικά κόστη. Όταν, τελικά, και η νέα ομάδα αποτύγχανε να με θεραπεύσει, η αφήγηση άλλαζε. Προσπαθούσαν να με πείσουν πώς ήταν ιδέα μου ότι πονούσα και στην πραγματικότητα δεν είχα τίποτα. Αν κυκλοφορούσε η φήμη ότι απέτυχαν να θεραπεύσουν ασθενή η ελεύθερη αγορά μπορεί να τους τιμωρούσε. Θα έχαναν πελάτες. Όμως, εγώ συνέχιζα να πονώ.

Καθηλωμένος στο κρεβάτι επωφελήθηκα από την περίοδο της πρώτης καραντίνας για τον covid, προκειμένου να μην καταστραφώ από την αδυναμία μου να αναπτύσσω κοινωνικές συναναστροφές για ένα τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. Διάβασα μεγάλο μέρος της ιατρικής βιβλιογραφίας που είχε να κάνει με την πάθησή μου. Μια μέρα τηλεφώνησα σε έναν γιατρό που είχαμε αναπτύξει φιλική σχέση και τον ρώτησα μήπως πάσχω από ένα νόσημα το οποίο διάβασα στην βιβλιογραφία ότι ταίριαζε με τα συμπτώματά μου. Ο γιατρός απάντησε ότι για να διαπιστώσουμε αν ήταν αυτό που με ταλαιπωρούσε έπρεπε να πάρω δοκιμαστικά ένα χάπι. Μάλιστα, αυτό το φάρμακο δεν χρειαζόταν καν συνταγή γιατρού. Το έκανα και μέσα σε μια εβδομάδα ήμουν ξανά στα πόδια μου έπειτα από οκτώ περίπου μήνες.

Το μεγάλο πρόβλημα, βέβαια, ήταν ότι καθυστερήσαμε τόσο πολύ να βρούμε τι συνέβαινε ώστε η όλη δυσλειτουργία του οργανισμού να τραυματίσει το παχύ μου έντερο με τρόπο που μάλλον θα με συντροφεύσει μέχρι το τέλος της ζωής μου. Η συμπλοκή της υποταγής των ιατρικών μεθόδων στα δεδομένα της ελεύθερης αγοράς δεν σηματοδότησε μόνο τον υποβιβασμό του ασθενούς σε πελάτη (ταχύτητα, τυποποίηση, περιορισμένος χρόνος κ.α) αλλά και την ανικανότητα των γιατρών να βγουν από το μπετοναρισμένο σκεπτικό ή να σπάσουν την οξειδωμένη αλυσίδα του εργαλειακού ορθολογισμού. Δεν τολμούν να σκεφτούν ότι υπάρχει ζωή και προβλήματα πέρα από τα επιτρεπτά όρια της ορθολογιστικής αφήγησης και μέχρι να βρεθεί μια νέα εξέταση που να εντοπίζει ένα φάσμα ασθενειών θεωρούν βολικά ότι οι ασθένειες αυτές δεν υπάρχουν. Αλίμονο σε όσους έχουν την ατυχία να προσβληθούν από τέτοια σπάνια νοσήματα.

Κάπου εκεί εμφανίζονται οι απατεώνες. Ακριβώς επειδή η ελίτ του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού γνωρίζει την διανοητική αναπηρία της ορθολογιστικής νεωτερικότητας, προκειμένου να μην αναζητήσει η ανθρωπότητα καταφύγιο σε έναν πιο πλούσιο τρόπο σκέψης, που θα λαμβάνει υπόψη την παράδοση, θα σέβεται την ιστορική εμπειρία και θα αναζητά ένα ολιστικό πνευματικό πλαίσιο, στο οποίο (ολιστικό πλαίσιο) το μεταφυσικό και το υλικά πραγματικό θα επικοινωνούν μέσω της φαντασίας, το σύστημα εξουσίας επιτρέπει να εμφανίζονται ως υποκατάστατα της έλλειψης ρομαντικής πνευματικότητας οι κατσαπλιάδες, οι απατεώνες, οι λαοπλάνοι της κοινωνικής ζωής που δήθεν υποδεικνύουν εναλλακτικές οδούς. New age σαρδανάπαλοι και εναλλακτικοί θεραπευτές (που, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων είναι ημιπαράφρονες ή φαρσέρ).

Τις τελευταίες δεκαετίες όλη αυτή η «συνομοταξία» της παρακμής έχει βρει δίοδο και (που άλλου;) στον εθνικιστικό χώρο. Είναι κάτι αναμενόμενο. Μια ενδεχόμενη μαζική αντίδραση προς την αποτυχία του ορθολογισμού πρέπει να μην διαχυθεί προς την αντιορθολογική πνευματικότητα του Ρομαντισμού αλλά να καταλήξει στους κωμικοτραγικούς συνωμοσιολόγους. Μιλώντας με πολιτικούς όρους, για να μην υπάρξουν εθνικιστές κατασκευάζονται οι Βελόπουλοι.

Υπό αυτές τις συνθήκες, καταλαβαίνω τον γέροντα Θοδωρή. Είναι ένα από τα θύματα της εποχής μας που αναζητά μια άμυνα απέναντι στον πόνο, σε ένα σημείο που το ορθολογιστικό σύστημα ερμηνείας των πραγμάτων (ιατρικών και μη) αδυνατεί να φτάσει. Δυστυχώς, δεν θα την βρει. Είναι καταδικασμένος να βουλιάξει στις υποσχέσεις του εκάστοτε Βελόπουλου ενώ οι θιασώτες του εξουσιαστικού φιλελευθερισμού θα συνεχίσουν να αναπαράγουν την ορθολογιστική εξουσία τους απερίσπαστοι. 

Ακόμη και οι οραματιστές γιατροί που εργάζονται σε ερευνητικούς τομείς πρέπει να δράσουν στις συνθήκες της ελεύθερης αγοράς. Αν τα ποσά που δαπανούνται για να κατασκευαστούν gadgets όπως τα κινητά τηλέφωνα, προϊόντα αντιγήρανσης, ομορφιάς και άλλες τέτοιες αηδίες -και πολύ περισσότερο υλικό για τις πολεμικές επιχειρήσεις του Νετανιάχου, του Τραμπ και του διεθνούς εβραϊκού κεφαλαίου- παραχωρούνταν στην ιατρική έρευνα και τον πολιτισμό, η ζωή θα ήταν σίγουρα καλύτερη.


Ωστόσο, για σκεφτείτε το λίγο. Αν βρεθούν φάρμακα για ασθένειες που απαιτούν χιλιάδες χειρουργικές επεμβάσεις ανά τον κόσμο, πώς θα ζήσουν μετά οι χειρουργοί; Δεν θα διαταραχθεί η ισορροπία των αγορών; Ποια είναι η προτεραιότητα στο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού; Η ανθρώπινη ζωή, η υγεία ή αυτό που η εξουσιαστική ελίτ αντιλαμβάνεται ως ορθά ισορροπημένη οικονομική λειτουργία των ελεύθερων αγορών;

Σκεφτείτε ακόμη κάτι. Η αναμενόμενη ανάπτυξη της ρομποτικής θα αποβάλει τον άνθρωπο από χιλιάδες θέσεις εργασίας. Μετά τι θα απογίνει, άραγε, ο άνθρωπος σε ένα σύστημα που θέτει σε δεύτερη μοίρα την ζωή του και σε πρώτη το οικονομικά μετρήσιμο όφελος; Πώς θα καλυφθεί αυτή η ανεργία και σε τι θα χρησιμεύσει (εντός του επικρατούντος χρησιμοθηρικού συστήματος) το πλεονάζον ανθρώπινο υλικό; Ίσως μελλοντικά η ελίτ του διεθνούς εξουσιαστικού καπιταλισμού αρχίσει να σκέφτεται σοβαρά το ενδεχόμενο επιβολής ελέγχου στον επιτρεπτό αριθμό γεννήσεων. Κι εμείς αναζητούμε ακόμη περίθαλψη και ιατρική φροντίδα. Τόσο παλαιομοδίτες και συντηρητικοί είμαστε.

Σχόλιο για το σύγχρονο οπαδικό κίνημα με αφορμή τα τελευταία θλιβερά γεγονότα και συνέντευξη με τον παλιό οργανωμένο οπαδό των φανατικών του ΠΑΟΚ «Αντίοχο»

Όταν πριν λίγο καιρό κάλεσα στο τέταρτο podcast της Φ.ΛΕ.ΦΑ.ΛΟ. τον Αντίοχο, έναν από τους παλιούς του «χώρου» και οργανωμένο οπαδό του ΠΑΟΚ, προκειμένου να συζητήσουμε για την ιστορία του ελληνικού οπαδικού κινήματος, αφιερώσαμε το τελευταίο ημίωρο της εκπομπής για να σχολιάσουμε το σύγχρονο φαινόμενο της σύγκρουσης οπαδών με όπλα, το οποίο στιγματίζει τις εξέδρες των οργανωμένων σήμερα και οδηγεί αναπόφευκτα σε νεκρούς ή βαριά τραυματισμένους. Αποτίσαμε φόρο τιμής σε όλα τα θύματα της εξέδρας και ευχηθήκαμε να μην επαναληφθούν τέτοια φαινόμενα. Αν και γνωρίζαμε ότι οι ευχές δεν αρκούν. Γιατί ο τρόπος με τον οποίο η κουλτούρα της επικρατούσας ιδεολογίας κουρδίζει τους νέους οργανωμένους οπαδούς, η κωμικοτραγικά άθλια στάθμη ποιότητας της πολιτικής ελίτ του τόπου και τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που διαμορφώνουν το πλαίσιο του ελλαδικού επαγγελματικού αθλητισμού συνθέτουν ένα μίγμα ιστορικής στιγμής που δεν εγγυάται τίποτα περισσότερο από την συνέχεια της καταστροφής.

Το τελευταίο περιστατικό οπαδικής συμπλοκής που οδήγησε σε θανάσιμο τραυματισμό οπαδού του ΠΑΟΚ, συνέβη μετά την πραγματοποίηση του τελευταίου μας podcast. Και η αλήθεια είναι ότι είχε ένα ιδιαίτερο γνώρισμα. Αυτή την φορά έχασε την ζωή του ένας από τους επιτιθέμενους οπαδούς. Ο οπαδός του Άρη, που βρέθηκε εγκλωβισμένος να δέχεται χτυπήματα από τρεις οπαδούς του ΠΑΟΚ, έβγαλε το μαχαίρι που είχε στην τσέπη του και κατάφερε δυο θανάσιμα χτυπήματα στον έναν από τους οπαδούς της αντίπαλης ομάδας που τον έδερναν. Προφανώς, εφόσον υπήρχε και ένας αυτόπτης μάρτυρας (μεταφορέας φαγητού) που περιέγραψε επακριβώς τι συνέβη, ο οπαδός του Άρη που σκότωσε τον οπαδό του ΠΑΟΚ θα έχει μια εύλογη και βάσιμη υπερασπιστική δικαιολογία.

Το θέμα, όμως, δεν είναι η εκάστοτε περίπτωση θανατηφόρας οπαδικής βίας. Όταν τα πράγματα φτάσουν σε αυτό το σημείο τα σενάρια της μάχης που ακολουθούν μπορεί να ποικίλουν και ο θύτης να έχει περισσότερο ή καθόλου δίκιο. Αυτό αφορά απλά την δημοσιογραφική περιγραφή, την δικογραφία και την ιστορία των οπαδικών συμπλοκών. Για μια οργανωμένη κοινωνία και την εξουσία της, όμως, εκείνο που θα έπρεπε να έχει ενδιαφέρον είναι οι ρίζες του φαινομένου που οδηγούν σε αυτό το απαράδεκτο αποτέλεσμα. Και, όπως έχουμε επαναλάβει μέσα από τα podcast και την αρθρογραφία μας (σοκάροντας την καθωσπρέπει κοινή γνώμη, συνήθως), οι ρίζες του προβλήματος βρίσκονται -όχι αποκλειστικά αλλά σε μεγάλο βαθμό- στην ανόητη απόφαση της πολιτείας να κουκουλώνει το πρόβλημα, απομακρύνοντας τα επεισόδια από το γήπεδο.

Όσο η πολιτεία είναι δέσμια του αστικού καθωσπρεπισμού και θέτει ως στόχο την εικόνα ενός γηπέδου που θα μοιάζει με σούπερ μάρκετ, στο οποίο τα μεγαλοαστικά εφοπλιστικά συμφέροντα θα πωλούν αθλητικό θέαμα σαν συνοδευτικό σνακ της διασκέδασης μεσοαστών κυριλέδων, τα φαινόμενα οπαδικής βίας θα είναι αδιαλείπτως θανατηφόρα. Γιατί, καλώς ή κακώς, (ας δεχτούμε το «κακώς» για την οικονομία της συζήτησης) η κουλτούρα του οπαδισμού έχει μια μακροχρόνια σύνδεση με την βία. Βία που μπορεί να είναι λεκτική και να εκφέρεται με χιουμοριστικούς όρους σε μεγαλύτερα ηλικιακά στρώματα της κοινωνίας ή και στον αθλητικό τύπο. Αλλά και βία που παίρνει συχνά σωματική υπόσταση στις μικρότερες ηλικίες οπαδών. Όσο η πολιτεία, κλεισμένη στον γυάλινο πύργο των εκσυγχρονιστικά ορθολογιστικών εμμονών της, αρνείται να λάβει υπόψη την ιστορική εμπειρία, τόσο η κάθε προσέγγιση -ερμηνευτική, κατασταλτική ή νομοθετική- θα ξεκινά από λάθος σημείο και θα κατευθύνεται νομοτελειακά σε λάθος προσανατολισμό. Η οπαδική κουλτούρα, που περιλαμβάνει την αντιπαλότητα και την βία ως ιδρυτικές της αξίες, θα συνεχίσει να αναπαράγεται. Απλά θα το κάνει μακριά από τα γήπεδα. Εκεί που η αστυνομία θα έχει αναγκαστικά καθυστερημένη χρονικά πρόσβαση και ο έλεγχος της κατάστασης θα περνά, για όσο διάστημα διαρκέσει η συμπλοκή, στους ίδιους τους συμπλεκόμενους. Αυτό, στις συνθήκες της ελλαδικής, πολυεθνικής, μνημονιακής, μεταμοντέρνας νεωτερικότητας, είναι κάτι που ισοδυναμεί με τον θάνατο. Αν η τύχη των συμπλεκόμενων οπαδών, οι οποίοι είναι νέα παιδιά, χωρίς μεστωμένη σκέψη, μεγαλωμένα στις προαναφερθείσες συνθήκες ενός άθλιου κοινωνικού περιβάλλοντος, αφεθεί στο ηθικό υπόβαθρο αυτών των ίδιων των δρώντων, τότε ο θάνατος είναι το πιο πιθανό αναμενόμενο αποτέλεσμα.

Για να γίνουμε περισσότερο σαφείς. Όσο η πολιτεία μετατρέπει τα γήπεδα από χώρους λαϊκής, μαζικής έκφρασης και συνύπαρξης, σε κυριλέ μεσοαστικά εστιατόρια ή σούπερ μάρκετ αποστειρωμένου θεάματος, απαγορεύοντας τις μετακινήσεις οπαδών, ποινικοποιώντας εκφράσεις εντός της κερκίδας (πχ, ακραίο παράδειγμα η πρόσφατη δίωξη οπαδού της Ρεάλ Μαδρίτης επειδή σήκωσε το δεξί του χέρι με τρόπο που θύμισε μεσοπολεμικό εθνικιστικό χαιρετισμό), διακόπτοντας αγώνες επειδή ενδέχεται να ακουστεί κάποιο σύνθημα που όντως μπορεί να ήταν προσβλητικό για έναν ποδοσφαιριστή, στερώντας κοντολογίς την αυθόρμητη λαϊκή έκφραση των μαζικά συγκεντρωμένων λαϊκών στρωμάτων, τότε η κουλτούρα του φανατικού οπαδού δεν θα απορροφηθεί από τον χώρο του αθλητικού συμβάντος στον οποίο η αστυνομία μπορεί να παρέμβει ανά πάσα στιγμή. Θα βρει τρόπο να διαχυθεί σε διαφορετικά περιβάλλοντα και να γίνει θανατηφόρα.

Ναι, κάποτε τα γήπεδα ήταν καμίνια που έσφυζαν από ζωτικότητα και μαζικό φανατισμό. Αλλά, ταυτόχρονα., ήταν και τα επίκεντρα των αθλητικών γεγονότων. Όλα όσα αφορούσαν το οπαδικό κίνημα λάμβαναν χώρα είτε σε αυτά, είτε στους δρόμους που οδηγούσαν σε αυτά, είτε στους χώρους που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μέσα συγκοινωνιών που οδηγούσαν σε αυτά. Η πολιτεία γνώριζε ότι το αθλητικό συμβάν και όλα όσα αυτό συνεπαγόταν (ακόμη και ο χουλιγκανισμός) είχαν έναν συγκεκριμένο χώρο στον οποίο θα μπορούσαν να εκδηλωθούν. Γεγονός που καθιστούσε την διαχείρισή τους ευκολότερα υπό έλεγχο.

Όταν η αστικοφιλελεύθερη πλουτοκρατική νομενκλατούρα του επαγγελματικού αθλητισμού της παγκοσμιοποίησης αποφάσισε να καταργήσει το «λαϊκό γήπεδο» και να το αντικαταστήσει με την εκδοχή του σούπερ μάρκετ αθλητικού θεάματος, ο χουλιγκανισμός μειώθηκε από τις εξέδρες αλλά μεταφέρθηκε σε κάθε άσχετο σημείο του αστικού ιστού. Εκεί που γίνεται ανεξέλεγκτος. Εκεί που συναντά το οργανωμένο έγκλημα. Εκεί που νομοτελειακά οδηγεί σε νεκρούς.   

Θα περίμενε κανείς ότι σε συνθήκες μεταμοντέρνας νεωτερικότητας, με τους εύκολους τρόπους ανεύρεσης άγνωστων ανθρώπων (μέσω των social media) να προσφέρουν μεγάλη άνεση στην αποκέντρωση της οπαδικής σύγκρουσης (με τους δεδομένα θανατηφόρους κινδύνους που αυτή συνεπάγεται), η πολιτεία να επιχειρούσε την συγκέντρωση των όλων εμπλεκόμενων σε όσο το δυνατόν πιο συγκεκριμένους και λιγότερους χώρους, προκειμένου να τους ελέγχει ευκολότερα. Αλλά η αυτονόητα εύλογη σκέψη και τα συμπεράσματα της ιστορικής εμπειρίας φαίνεται ότι προσκρούουν στον ξεροκέφαλο ορθολογισμό των εκσυγχρονιστών της εξουσίας. Η λαϊκή έκφραση και η μαζική συνύπαρξη σε μεγάλους χώρους (ακόμη και με την αναμενόμενη αντιπαλότητα των οπαδών διαφορετικών ομάδων στις εξέδρες του ίδιου γηπέδου) πρέπει να αντικατασταθεί από την αποστειρωμένη αστικοφιλελεύθερη παράτα. Και ας αποτελεί αυτή η επιλογή το πλέον χοντροκομμένο κουκούλωμα του προβλήματος, που σαν απόστημα θα βρει άλλα σημεία του αστικού ιστού να διαχύσει το πύον του, προκαλώντας πολύ χειρότερα αποτελέσματα.

Όπως και να έχει, εμείς μπορεί να παραθέτουμε αναλύσεις και λύσεις αλλά τα αθύρματα της εξουσιαστικής ελίτ δεν ενδιαφέρονται για λύσεις κοινωνικών προβλημάτων. Ενδιαφέρονται για την προσαρμογή της κοινωνίας στις νόρμες του διεθνούς φιλελευθερισμού της παγκοσμιοποίησης. Ακόμη και αν αυτό σηματοδοτεί τον θάνατο και τον πόνο της κοινωνίας. Στο podcast που μπορείτε να ακούσετε παρακάτω, οι αναμνήσεις του παλιού οπαδικού κινήματος και του λαϊκού γηπέδου, με τα όποια καλά και άσχημα φαινόμενα το συνόδευσαν, αποτελεί βάλσαμο ψυχής και ψυχαγωγική αναδρομή στα παλιά και αγαπημένα, μιας Ελλάδας που χάθηκε οριστικά στον βάλτο της μεταμοντέρνας νεωτερικότητας.    


                                                Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

               Othmar Spann Πολιτικός Ρομαντισμός και Οικονομική Φιλοσοφία

 

Ο Οθμάρ Σπαν (1878-1950) υπήρξε μια από τις πλέον εμβληματικές προσωπικότητες του διανοητικού κινήματος της Συντηρητικής Επανάστασης. Η Συντηρητική Επανάσταση ήταν ένα διανοητικό και πολιτικό κίνημα που είχε ως επίκεντρο, κατά κύριο λόγο, πανεπιστημιακούς και λογοτεχνικούς κύκλους της Γερμανίας από το 1918 μέχρι το 1933.[1] Αποτέλεσε μια απόπειρα να συνδεθεί ο παλαιότερος γερμανικός ρομαντικός και αντιδιαφωτιστικός εθνικισμός με την σύγχρονη εποχή. Όπως γράφει ο Jeffrey Herf, οι συντηρητικοί επαναστάτες μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο,


«ήταν δριμείς πολέμιοι της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης, την οποία ταύτιζαν με τον χαμένο πόλεμο, τις Βερσαλλίες, τον πληθωρισμό του 1923, τους Εβραίους, τη μαζική κοσμοπολιτική κουλτούρα και τον πολιτικό φιλελευθερισμό. Προσδοκούσαν ένα νέο Ράιχ με τεράστια δύναμη και ενότητα, απέρριπταν την άποψη πως η πολιτική πράξη έπρεπε να καθοδηγείται από ορθολογικά κριτήρια, και εξιδανίκευαν την βία για την βία. Καταγγέλανε αυτό που θεωρούσαν ως πλήξη και αυταρέσκεια της αστικής ζωής και αναζητούσαν την ανανέωση σε μια ενεργοποιό
«βαρβαρότητα».[2]

Η περίπτωση της Συντηρητικής Επανάστασης είχε κάτι καινοτόμο για τις αντιδιαφωτιστικές πολιτικές ιδέες και πρωτότυπο για την εποχή της. Μέχρι τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οι εθνικιστές διανοητές και πολιτικοί που αντλούσαν ιδέες από την πολιτική θεωρία του αντιδιαφωτιστικού Ρομαντισμού, λόγω του εγγενούς αντι-ορθολογισμού τους, κατέληγαν σε αντιτεχνοκρατικές ιδεαλιστικές πολιτικές προσεγγίσεις. Ωστόσο, αυτή η πολιτική στάση οδηγούσε σε μια αντίφαση μετά την εμπειρία του πρώτου μεγάλου πολέμου. Οι εθνικοί στρατοί είχαν βιομηχανοποιηθεί. Η ενσωμάτωση της τεχνολογικής αιχμής στην στρατιωτική οργάνωση ήταν κάτι απαραίτητο για τα κράτη των αρχών του 20ου αιώνα. Αν ένα κράτος ήθελε να υπερασπιστεί αποτελεσματικά την εθνική του ανεξαρτησία ή αν ένα έθνος ήθελε να την αποκτήσει όφειλε να οργανώσει τον στρατό του βασιζόμενο στις τεχνολογικές εξελίξεις. Οι συντηρητικοί επαναστάτες προχώρησαν σε μια τομή πάνω σε αυτό το ερωτηματικό. Μολονότι ορισμένοι εξ αυτών παρέμειναν προσηλωμένοι στις παραδοσιακές ρομαντικές και νεορομαντικές αντιτεχνοκρατικές τους θέσεις, άλλοι προχώρησαν σε μια ανανέωση της εθνικιστικής θεωρίας με έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο, αποσπώντας την τεχνολογία από την μέχρι τότε ορθολογιστική και προοδευτική της ανάγνωση και ενσωματώνοντάς την, μέσα από περίπλοκα νεορομαντικά ιδεολογικά σχήματα και μεθοδολογικά εργαλεία ανάλυσης, στην ανορθολογική ρομαντική εθνικιστική θεωρία. Έτσι, διαμορφώθηκε εντός της Συντηρητικής Επανάστασης η τάση του «αντιδραστικού μοντερνισμού». «Ο πόλεμος υπήρξε μια καμπή για τον ρομαντικό αντικαπιταλισμό. Ήταν μετά τον πόλεμο που οι συντηρητικοί επαναστάτες συνέδεσαν τον ανορθολογισμό, τη διαμαρτυρία ενάντια στο Διαφωτισμό και μια ρομαντική λατρεία για τη βία, με τη λατρεία της τεχνολογίας».[3]



Ο Σπαν, ωστόσο, ήταν ένας από τους συντηρητικούς επαναστάτες που κατάφερε να διατηρήσει στην ανάλυσή του σχεδόν ακέραιη την παλιά ρομαντική θεωρία με τις καταβολές στην μεσαιωνική societas civilis, πετυχαίνοντας μάλιστα να την κάνει επίκαιρη στην εποχή του χωρίς να καταφύγει σε πολλές «αντιδραστικά μοντερνιστικές» συνταγές. Θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε ως έναν από τους πλέον συντηρητικούς εκ των συντηρητικών επαναστατών.

Πέρα από τα ακαδημαϊκά του καθήκοντα ο Σπαν φρόντισε να εισέλθει ενεργά στον στίβο της διανοητικές διαπάλης, επαναφέροντας τις παραδοσιοκρατικές και εθνικιστικές αρχές της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, μέσα από μια δική του ανανεωμένη εκδοχή, στο δημοσιολογικό προσκήνιο. Απώτερος στόχος του ήταν να συγκρουστεί από την μια με τους θιασώτες της πολιτικής φιλοσοφίας του φιλελεύθερου καπιταλισμού και από την άλλη με τους υποστηρικτές των μαρξιστικών ιδεών, προκειμένου να ορθώσει ένα ιδεολογικά ρομαντικό αντίβαρο απέναντι στο φιλελεύθερο και μαρξιστικό διεθνιστικό δίπολο των ισχυρών προοδευτικών διανοητικών τάσεων εκείνης της περιόδου.

Όπως και οι περισσότεροι συντηρητικοί επαναστάτες, ο Σπαν προερχόταν από τα μεσαία κοινωνικά στρώματα. Ήταν εκείνα τα στρώματα που η ανάλυση των φιλελεύθερων και των μαρξιστών πολιτικών και διανοητών περιέγραφε, κάποιες φορές, υποτιμητικά με τον όρο «ανθρωπάκοι». Οι «ανθρωπάκοι» της φιλελευθερομαρξιστικής ανάλυσης ήταν ανήσυχοι για αυτό που αντιλαμβάνονταν ως διασάλευση του γερμανικού κοινωνικού ιστού λόγω της επέλασης των ιδεών του προοδευτικού εκσυγχρονισμού και της ταξικής αντιπαλότητας. Το υλιστικά διεθνιστικό, άψυχο, μεγάλο κεφάλαιο από την μια και η οργανωμένη εργατική τάξη κάτω από τα λάβαρα του διεθνιστικού μαρξισμού από την άλλη, αποτελούσαν δυο πτυχές του ίδιου νομίσματος για τους συντηρητικούς επαναστάτες της μεσαίας τάξης. Για να αντιμετωπίσουν αυτή την διττή απειλή οι συντηρητικοί επαναστάτες επικαλέστηκαν το έθνος ως μια δύναμη ενότητας.

Οι διανοητές που επηρέασαν τον Σπαν ήταν πολλοί. Ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Θωμάς Ακινάτης. Κύριες επιρροές του ήταν οι Γερμανοί ρομαντικοί. Ο Φίχτε, ο Φραντς φον Μπάαντερ, ο Σλάιερμαχερ και, κυρίως, ο Άνταμ Μύλλερ. Επίσης, σημαντική επιρροή για τον Σπαν ήταν ο τσεχικός μεταρρυθμιστικός Καθολικισμός. Ο κύριος προσανατολισμός της πολιτικής σκέψης του Σπαν ήταν προς την ιδέα της κορπορατιστικής κοινωνικής οργάνωσης. Όπως έγραψε ο Τόμας Ρίχα στο άρθρο «Η Θεωρία του Καθολικά Όλιστικού του Σπαν – Το Θεμέλιο της Νεορομαντικής Θεωρίας του Κορπορατιστικού Κράτους»,


«Ο κορπορατισμός, θεμελιωμένος στον κοινωνικό ιδεαλισμό, λειτούργησε ως το όπλο του αυστρο-γερμανικού συντηρητισμού στον αγώνα του ενάντια στον ατομικισμό και τον υλισμό της καπιταλιστικής κοινωνίας, καθώς και ενάντια στον μαρξιστικό σοσιαλισμό. Αντικατόπτριζε την αναζήτηση μιας κοινωνικής θεωρίας που θα μπορούσε να αποτελέσει μια βιώσιμη εναλλακτική – έναν τρίτο δρόμο – ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον σοσιαλισμό. […]

Η θεωρία του συντεχνιακού (κορπορατιστικού) κράτους δεν διατυπώθηκε πουθενά τόσο ολοκληρωμένα όσο στο πλαίσιο της θεωρίας του Καθολικού Όλου (Universalismus) -ενός ευρύτατου γνωσιακού συστήματος, στο οποίο, όλα τα μέρη της ανθρώπινης ζωής συνδέονται οργανικά με το Όλον».[4]

 Ο Σπαν ονόμασε την θεωρία του «νεορομαντική θεωρία του Καθολικά Όλιστικού» ή  «Καθολικού Όλου».[5] Είναι μια θεωρία που έχει τις ρίζες της στον Ρομαντισμό και η οποία  αποτέλεσε το επίκεντρο της φιλοσοφικής σκέψης του Σπαν. Σύμφωνα με αυτήν ο κόσμος είναι ένα πεδίο πνευματικών δεσμών. Οι πνευματικοί δεσμοί του κόσμου υφίστανται μεταξύ των ανθρώπων αλλά ταυτόχρονα είναι υπερατομικοί. Ο άνθρωπος δεν αντλεί την ουσία του από την ατομικότητά του αλλά από την προσωπική διάδραση με άλλους ανθρώπους υπό την επιρροή αυτών των κοσμικών δεσμών. Για να διατηρήσει την πνευματική του υπόσταση ο άνθρωπος πρέπει να βρεθεί σε πολυσχιδή κοινωνία με άλλους ανθρώπους. «Η ψυχική και πνευματική ζωή γεννιέται και αναπτύσσεται μέσα από την αμοιβαιότητα με έναν άλλο νου […] Οι άνθρωποι δεν είναι ανεξάρτητες, αυτάρκεις, μηχανιστικές οντότητες, διότι η ζωτική ενέργεια της ύπαρξής τους εδράζεται στη πνευματική τους συνάφεια μέσα στο Όλον, στο καθολικό, στο σύνολο της ύπαρξης».[6]  Στην πολιτική σκέψη του Σπαν το έθνος αντιστοιχήθηκε με το κοινωνικό όλον. Ο Σπαν ήταν εθνικιστής και πίστευε στην ένωση όλων των Γερμανών σε ένα ενιαίο κράτος.


«Επιπλέον, θεωρώντας ότι το γερμανικό έθνος ήταν πνευματικά ανώτερο των άλλων εθνών — μια αντίληψη που μπορεί να θεωρηθεί το ατυχές αποτέλεσμα προσωπικής μεροληψίας — πίστευε ότι οι Γερμανοί είχαν καθήκον να ηγηθούν της Ευρώπης στην έξοδο από την κρίση της φιλελεύθερης νεωτερικότητας και να την οδηγήσουν σε μια υγιέστερη οργάνωση, παρόμοια με την οργάνωση που επικρατούσε στον Μεσαίωνα».[7]

Κατά τον Σπαν η κρίση του γερμανικού κόσμου που επακολούθησε τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο οφειλόταν στο γεγονός ότι η Γερμανία ήταν θύμα των καπιταλιστικών δυνάμεων της Δύσης, αρχικά στο στρατιωτικό πεδίο και μετέπειτα στο εσωτερικό της, μέσω της επιβολής  της Συνθήκης των Βερσαλλιών στο διεθνές περιβάλλον και των φιλελεύθερων δημοκρατικών θεσμών στο εσωτερικό της γερμανικής κοινωνίας. Για τον Σπαν η αστική δημοκρατία ήταν ένα ατομικιστικό πολιτικό και οικονομικό σύστημα ξένο προς την γερμανική ιστορία, που αποδυνάμωνε το εθνικό πνεύμα εξίσου με τον μαρξιστικό διεθνισμό.


Δεν θα επεκταθώ σε αυτό το εισαγωγικό κείμενο αναλύοντας περαιτέρω την πολιτική σκέψη του Σπαν. Αυτό ενδέχεται να γίνει σε μελλοντική έκδοση που θα αφορά κάποιο φιλοσοφικό έργο του. Αυτό το βιβλίο, όμως, αφορά τον Σπαν ως καθηγητή. Οι εκδόσεις Κλέος, συνεχίζοντας να παρουσιάζουν στο ελληνικό αναγνωστικό κοινό έργα της ρομαντικής διανόησης, επέλεξαν να σταθούν στο πρώτο σημαντικό ακαδημαϊκό έργο του Σπαν το οποίο έγραψε το 1912 και ανατυπώθηκε γύρω στις είκοσι φορές μέχρι το 1930! Πρόκειται για το Τύποι Οικονομικής Θεωρίας. Επειδή το έργο αυτό είναι ογκώδες, εγκυκλοπαιδικό και αφορά συνολικά την οικονομική σκέψη όλων των ιδεολογικών και πολιτικών χώρων, προκειμένου να επικεντρωθούμε στο σημείο που αφορά τα ενδιαφέροντά μας και για να παρουσιάσουμε ένα ευσύνοπτο κείμενο, επιλέξαμε να κυκλοφορήσουμε στην ελληνική γλώσσα το κεφάλαιο στο οποίο Σπαν αναλύει συνοπτικά αλλά διεισδυτικά την αγαπημένη του οικονομική σκέψη του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού, καθώς και συναφείς με αυτήν γερμανικές οικονομικές θεωρίες.

Ο Σπαν παρουσιάζει την ρομαντική οικονομική θεωρία και εντοπίζει με ευστοχία την αντικαπιταλιστική υπόσταση της ιδεολογίας του αντιδιαφωτιστικού πολιτικού Ρομαντισμού σε γραπτά όχι ιδιαιτέρως γνωστών στην Ελλάδα διανοητών, όπως ο Άνταμ Μύλλερ. Θέλοντας να συμβάλουμε στην εμβάθυνση της γνώσης των ρομαντικών πολιτικών ιδεών και να εμπλουτίσουμε την ελληνική βιβλιογραφία με τέτοιες εκδόσεις, επιφυλασσόμαστε για μια μελλοντική έκδοση έργου της πολιτικής φιλοσοφίας του Σπαν. Προς το παρόν, παίρνουμε μια γεύση των ακαδημαϊκών του γνώσεων μαθαίνοντας από αυτόν την οικονομική πτυχή της ρομαντικής πολιτικής σκέψης.

Μπορείτε να προμηθευτείτε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος στα παρακάτω βιβλιοπωλεία

 

Αθήνα

Πρωτοπορία, Γραβιάς 3-5 πλατεία Κάνιγγος

Πολιτεία, Ασκληπιού 1-3

Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία, Λ. Νίκης 3, παραλία Θεσσαλονίκης

Πάτρα

Πρωτοπορία, Γεροκωστοπούλου 31-33



[1] Ο Φριτζ Στερν εντόπισε τον πρώτο συγγραφέα που υιοθέτησε τον όρο «Συντηρητική Επανάσταση». Ήταν ένας από τους υποστηρικτές της. Ο Αυστριακός ποιητής Ούγκο φον Χόφμανσταλ, ο οποίος χρησιμοποίησε τον όρο για να προσδιορίσει το συγκεκριμένο διανοητικό κίνημα κατά το έτος 1927 στο «Das Schriftum als Geistiger Raum der Nation». Fritz Stern, The Politics of Cultural Despair:  A Study in the Rise of German Ideology, University of California Press, Berkeley, Los Angeles, London 1961, σελ. xv [2] Jeffrey Herf, Αντιδραστικός Μοντερνισμός. Τεχνολογία, κουλτούρα και πολιτική στη Βαϊμάρη και το Γ Ράιχ, μτφ, Παρασκευάς Ματάλας, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2012, σελ. 25. [3] Ο.π., σελ.28. [4] TOMAS J.F. RlHA,   «Spann’s Universalism - The Foundation of the Neoromantic Theory of Corporative State», σελ. 255, διαθέσιμο στην ηλεκτρονική διεύθυνση https://ekladata.com/iHIAq0zoO6CNGRv1EdoBr9uDxrc/riha2008.pdf [5] Ο.π. [6] Ο.π. σελ. 256. [7] Ο.π.

                            Κυκλοφόρησε το νέο βιβλίο των εκδόσεων Κλέος

                 Κάρολος Μπωντλαίρ- Sun Knight- Σταμάτης Μαμούτος: Η Ηθική του Παιχνιδιού ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητας 

                                            

Το νέο βιβλίο των εκδόσεών μας μόλις κυκλοφόρησε. Και είναι δύσκολο να το κατατάξει κανείς στα ράφια των βιβλιοπωλείων. Ξεκινά με μια σύνοψη των πολιτικών κι αισθητικών αντιλήψεων του Μπωντλαίρ. Ο Μπωντλαίρ ήταν ένας αντιδιαφωτιστής ρομαντικός λογοτέχνης και κριτικός τέχνης, που συνήθως επικαλούνται κινήματα και πολιτικοί χώροι με τους οποίους τον χώριζε ιδεολογική άβυσσος. Το εισαγωγικό σημείωμα, έχοντας ως επίκεντρο την ιδέα του Μπωντλαίρ για την σημασία της αέναης παιδικότητας και της φαντασίας στην ρομαντική οπτική επί των πραγμάτων, αποτελεί μια απόπειρα να θυμηθούμε ποιες ήταν οι κεντρικές ιδέες της πολιτικής σκέψης και της αισθητικής του Γάλλου λογοτέχνη, ώστε να επαναξιολογηθεί ως διανοητής από τους αναγνώστες που ενδιαφέρονται σήμερα να κατανοήσουν τον Ρομαντισμό ως φαινόμενο της ευρωπαϊκής ιστορίας των ιδεών.


Μετά το εισαγωγικό κείμενο του Σταμάτη Μαμούτου ακολουθεί το δοκίμιο του Μπωντλαίρ, που φέρει τον τίτλο Η Ηθική του Παιχνιδιού. Σε αυτό το δοκίμιο ο Μπωντλαίρ παρουσίασε την αισθητική και διανοητική σημασία του παιδικού παιχνιδιού υπό το πρίσμα της ρομαντικής του κοσμοθεωρίας. Την μετάφραση και την επιμέλεια του κειμένου έχει αναλάβει η Εύα Παναγιωτοπούλου.

Ακολουθούν έξι επεξεργασμένα κείμενα του γνωστού στους ακροατές της heavy metal μουσικής -και παλαιότερα διευθυντή σύνταξης του ελληνικού Metal Hammer- συγγραφέα, που αρθρογραφεί εδώ και χρόνια με το ψευδώνυμο Sun Knight. Εξίσου δύσκολο είναι να κατηγοριοποιηθούν και τα κείμενα του Sun Knight. Θα μπορούσε να υποθέσει κανείς ότι αποτελούν δοκίμια. Γιατί έχουν στοιχεία του δοκιμιακού λόγου. Όμως, είναι πολύ σύντομα. Κι, επιπλέον, διαθέτουν έναν λογοτεχνικό παλμό που αποπνέει εκείνο το γνώρισμα το οποίο οι ρομαντικοί αποκαλούν «ποίηση», χωρίς απαραίτητα να εννοούν το λογοτεχνικό είδος ως φόρμα. Ας αρκεστούμε, λοιπόν, στο συμπέρασμα ότι τα κείμενα του Χάρη (Sun Κnight), που φιλοξενούνται σε αυτό το βιβλίο, αποτελούν καλογραμμένα άρθρα ενός συγγραφέα εντυπωσιακά ικανού να γράφει ως «ρομαντικός». Και ας έχουμε κατά νου ότι είναι η πρώτη φορά που κείμενα του Χάρη δημοσιεύονται όχι σε περιοδικό αλλά σε βιβλίο.

Τέλος η νέα μας κυκλοφορία ολοκληρώνεται με τέσσερα διηγήματα φανταστικής λογοτεχνίας, τα οποία έγραψε πριν λίγα χρόνια ο Σταμάτης.

Τι είναι αυτό που συνδέει τα τρία μέρη του βιβλίου; Το δοκίμιο του Μπωντλαίρ, τα άρθρα του Sun Knight και τα διηγήματα του Σταμάτη, έχουν ένα κοινό θέμα. Τα παιχνίδια των μικρών και μεγάλων παιδιών, ιδωμένα μέσα από το ερμηνευτικό πρίσμα της ρομαντικής κοσμοαντίληψης. Ευχόμαστε να το απολαύσετε.

Περιεχόμενα:

-Ο ρομαντικός Κάρολος Μπωντλαίρ, του Σταμάτη Μαμούτου

-Η ηθική του παιχνιδιού, Κάρολος Μπωντλαίρ (μετάφραση Εύα Παναγιωτοπούλου)

-Έξι μικρά κείμενα για παλιά παιχνίδια, του Sun Knight

       Το μυστικό δωμάτιο

       Table Soccer

       Submarino Lost

       Plastic Knights

       The Evzones NO. 196

       Space Patrol

-Τέσσερα διηγήματα φαντασίας με θέμα τα παιχνίδια, του Σταμάτη Μαμούτου

      Κάστρα και πολιορκητές

      Κένταυρος

      Στον θόλο

      Τέσσερα παιχνίδια


Μπορείτε να προμηθευτείτε το βιβλίο Η Ηθική του Παιχνιδιού ενάντια στον κόσμο της νεωτερικότητας, στα παρακάτω σημεία διανομής.

Αθήνα

Βιβλιοπωλεία

Πολιτεία (Ασκληπιού1-3) (υπόγειο, στο ράφι της κλασικής λογοτεχνίας)

Πρωτοπορία (Γραβιάς 3) (υπόγειο, στο ράφι της λογοτεχνίας του φανταστικού)

Comiconshop (Σόλωνος 128)

Περίπτερα διανομής τύπου

Πανεπιστημίου 39, απέναντι από την Εθνική Βιβλιοθήκη και μπροστά από την στοά Νικολούδη

Δισκοπωλεία

Δισκοπωλείο Metalera (Εμ. Μπενάκη 22)


Θεσσαλονίκη

Πρωτοπορία (Λεωφ. Νίκης 3)

 

Πάτρα

Πρωτοπορία (Γεροκωστοπούλου 31)