Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κική Δημουλά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κική Δημουλά. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 12 Μαΐου 2024

Βιογραφικός Πίνακας


Στη μάνα μου


Το σπίτι

κοιτάζει τον δημόσιο δρόμο

και τη θάλασσα

με λογική τεσσάρων παραθύρων,

χαμογελώντας στερεότυπα

μ’ ένα πλατύ πορτοκαλί

μπαλκόνι.


Σ’ αυτό το μπαλκόνι

σ’ αυτό το χαμόγελο

τ’ απογεύματα, η μάνα μου

το δυσανάγνωστό της πρόσωπο

εκθέτει.


Ο χρόνος το συνέγραψε

χωρίς έξαρση

από νύχτα σε νύχτα

σε γλώσσα πόνου ρέουσα

γεμίζοντας

κατεβατά φθοράς.

Κι ούτε ένα λάθος γέλιου.


Κάθεται

άκρη άκρη στην καρέκλα

να μην επιβαρύνει το απόγευμα

μ’ όλο το βάρος της κατάκοιτης καρδιάς της,

ίσα ίσα να υπάρχει

σταματημένη μέσα στη ζωή της

από μιάν άπνοια τύχης,

ίσα ίσα για ν΄αντέξει τώρα

της έκπληξής της το σπασμό:


“Υπάρχουν θάλασσες

καράβια νευρικά

που σπρώχνουν λύσεις

στο ανεμπόδιστο;

Και άνεμοι που ξεριζώνουνε τα στάσιμα;

Κι αυτά τα εύληπτα που πίνει χρώματα

το αλκοολικό απόγευμα

υπάρχουν;” Δεν το ‘ξερε.

Δεν το ‘ξερε η ζωή της.


Τώρα

αποτολμά μιά κίνηση παράξενη:

λίγο το σώμα ρίχνει εμπρός,

το ξαναφέρνει πίσω,

βαριά κωπηλασία μνήμης κάνει,

γιαλό γιαλό τα δάκρυά της.


Σιγά σιγά

απόγευμα, πρόσωπο και μπαλκόνι

από το σούρουπο υποσκάπτονται.

Το σχήμα τους παραφρονεί.

Σε χώρο θάμπους κλείνονται

να μην μπορούν να μπουν άλλο τα μάτια μας.

Νυχτώνει.


Κική Δημουλά

Σάββατο 9 Σεπτεμβρίου 2023

Πέρασα


Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.

Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετιστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από 'δω, πήγα κι από ‘κει.
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από 'δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.

Όχι, δεν είμαι λυπημένη

Σε σωστή ώρα νυχτώνει.


Κική Δημουλά

Τρίτη 30 Μαΐου 2023

Απροσδοκίες

 


Θεέ μου τι δεν μας περιμένει ακόμα.


Κάθομαι εδώ και κάθομαι.

Βρέχει χωρίς να βρέχει

όπως όταν σκιά

μας επιστρέφει σώμα.


Κάθομαι εδώ και κάθομαι.

Εγώ εδώ, απέναντι η καρδιά μου

και πιο μακριά

η κουρασμένη σχέση μου μαζί της.

Έτσι για να φαινόμαστε πολλοί

κάθε που μας μετράει το άδειο.


Φυσάει άδειο δωμάτιο.

Πιάνομαι γερά από τον τρόπο μου

που έχω να σαρώνομαι.


Νέα σου δεν έχω.

Η φωτογραφία σου στάσιμη.

Κοιτάζεις σαν ερχόμενος

χαμογελάς σαν όχι.

Άνθη αποξηραμένα στο πλάι

σου επαναλαμβάνουν ασταμάτητα

το άκρατο όνομα τους semprevives

semprevives –αιώνιες, αιώνιες

μην τύχει και ξεχάσεις τι δεν είσαι.


Με ρωτάει ο καιρός

από πού θέλω να περάσει

πού ακριβώς τονίζομαι

στο γέρνω ή στο γερνώ.

Αστειότητες.

Κανένα τέλος δεν γνωρίζει ορθογραφία.


Νέα σου δεν έχω.

Η φωτογραφία σου στάσιμη.

Όπως βρέχει χωρίς να βρέχει.


Όπως σκιά μου επιστρέφει σώμα.

Κι όπως θα συναντηθούμε μια μέρα

εκεί πάνω.


Σε κάποιαν αραιότητα κατάφυτη

με σκιερές απροσδοκίες

και αειθαλείς περιστροφές.

Τον διερμηνέα της σφοδρής

σιωπής που θα αισθανθούμε–μορφή εξελιγμένη της σφοδρής

μέθης που προκαλεί μια συνάντηση

εδώ κάτω– θα ’ρθει να κάνει ένα κενό.

Και θα μας συνεπάρει τότε

μια αγνωρισιά παράφορη–μορφή εξελιγμένη του αγκαλιάσματος

που εφαρμόζει η συνάντηση εδώ κάτω.

Ναι θα συναντηθούμε. Ευανάπνευστα, κρυφά

από την έλξη. Κάτω από δυνατή βροχή

ραγδαίας έλλειψης βαρύτητας. Σε κάποιαν

ίσως εκδρομή τού απείρου στο επ’ άπειρον∙

στην τελετή απονομής απωλειών στο γνωστό,

για τη μεγάλη προσφορά του στο άγνωστο∙

καλεσμένοι σε αστροφεγγιά προορισμού,

σε διασκεδάσεις παύσεων για φιλευδιάλυτους

σκοπούς και αποχαιρετιστήριες ουρανών

πρώην μεγάλες σημασίες.

Μόνο που ετούτη η συντροφιά των αποστάσεων

θα είναι κάπως άκεφη, ανεύθυμη

κι ας ευθυμεί εκ του μηδενός η ανυπαρξία.

Ίσως γιατί θα λείπει η ψυχή τής παρέας.

Η σάρκα.

Φωνάζω τη στάχτη

να με ξαρματώσει.

Καλώ τη στάχτη

με το συνθηματικό της όνομα: Όλα.


Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά

εσύ κι ο θάνατος εκείνου του ονείρου.

Το στερνοπαίδι όνειρο.


Απ’ όσα είχα το πιο φρόνιμο.

Ξεθολωμένο, πράο, συνεννοητικό.

Όχι και τόσο βέβαια ονειροπόλο

αλλά ούτε και φτηνά χαμηλωμένο,

όχι σουδάριο κάθε γης.

Πολύ οικονόμο όνειρο,

σε ένταση και λάθη.

Από τα όνειρα που ανάθρεψα

το πιο πονετικό μου: να μη

γερνάω μόνη.


Θα συναντιέστε υποθέτω τακτικά

εσύ κι ο θάνατός του.

Δίνε του χαιρετίσματα, πες του να ’ρθει

κι αυτό μαζί εξάπαντος όταν συναντηθούμε

εκεί, στην τελετή απονομής απωλειών.


Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.

Ναι ναι μου φτάνει το αδύνατον.

Κι άλλοτε αγαπήθηκα απ’ αυτό.

Όσο δε ζεις να μ’ αγαπάς.

Διότι νέα σου δεν έχω.

Κι αλίμονο αν δε δώσει

σημεία ζωής το παράλογο.


Από τη συλλογή "Χαίρε ποτέ" (1988) 

Κική Δημουλά

Δευτέρα 19 Ιουνίου 2017

Η ατελής προδοσία

Δέ θυμάμαι άν φεύγοντας μου έδωσες το σεσημασμένο φιλί. Είπες μόνο φεύγω για λόγους αναψυχής αφήνω ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας θα επιστρέψω εξολοκλήρου αυτό ναι, το θυμάμαι καλά κεντήθηκε με καυτή βελόνα τατουάζ ανεξίτηλο στην παρειά μου. Ξέρεις τι είναι προδοσία; Η ανάγκη φυγής που κυριεύει κάθε σώμα καθηλωμένο στην ίδια κουραστική στάση όπως είναι η στάση της πίστης η στάση της αγάπης μπροστά σ΄ένα παράθυρο αμετακίνητο με μόνη θέα νύχτα μέρα καρφωτή στα μάτια την ανυπόφορη αντηλιά του εαυτού της. Ξέρεις ποιός είναι ο διαφημιστής ο αντζέντης της προδοσίας; Το προδοτικό φιλί. Εκείνο μεριμνά για τη φήμη της της κλείνει κερδοφόρα συμβόλαια με την αθανασία εκείνο φέρνει γενεές και γεμίζουν οι οθόνες των αιώνων γιατί αυτό το φιλί είναι που διεγείρει την καταπιεσμένη αγριότητα προσηλυτίζει το αίμα στη θρησκεία του θανάτου εκείνο είναι που κόβει την ανάσα των θρήνων κι αν ανασαίνουν ακόμα οι δικοί μου είναι γιατί θυμάμαι ότι φεύγοντας άφησες μεν ανοιχτή την πόρτα της προδοσίας αλλά το προδοτικό φιλί της δεν μου το έδωσες. Γράψε μου σε παρακαλώ τη διεύθυνσή του.

Κική Δημουλά

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2016

Η περιφραστική πέτρα



Μίλα.
Πὲς κάτι, ὁτιδήποτε.
Μόνο μὴ στέκεις σὰν ἀτσάλινη ἀπουσία.
Διάλεξε ἔστω κάποια λέξη,
ποὺ νὰ σὲ δένει πιὸ σφιχτὰ
μὲ τὴν ἀοριστία.
Πές:
«ἄδικα»,
«δέντρο»,
«γυμνό».
Πές:
«θὰ δοῦμε»,
«ἀστάθμητο»,
«βάρος».
Ὑπάρχουν τόσες λέξεις ποὺ ὀνειρεύονται
μιὰ σύντομη, ἄδετη, ζωὴ μὲ τὴ φωνή σου.

Μίλα.
Ἔχουμε τόση θάλασσα μπροστά μας.
Ἐκεῖ ποὺ τελειώνουμε ἐμεῖς
ἀρχίζει ἡ θάλασσα.
Πὲς κάτι.
Πὲς «κῦμα», ποὺ δὲν στέκεται.
Πὲς «βάρκα», ποὺ βουλιάζει
ἂν τὴν παραφορτώσεις μὲ προθέσεις.

Πὲς «στιγμή»,
ποὺ φωνάζει βοήθεια ὅτι πνίγεται,
μὴν τὴ σῴζεις,
πὲς
«δὲν ἄκουσα».

Μίλα.
Οἱ λέξεις ἔχουν ἔχθρες μεταξύ τους,
ἔχουν τοὺς ἀνταγωνισμούς:
ἂν κάποια ἀπ᾿ αὐτὲς σὲ αἰχμαλωτίσει,
σ᾿ ἐλευθερώνει ἄλλη.
Τράβα μία λέξη ἀπ᾿ τὴ νύχτα
στὴν τύχη.
Ὁλόκληρη νύχτα στὴν τύχη.
Μὴ λὲς «ὁλόκληρη»,
πὲς «ἐλάχιστη»,
ποὺ σ᾿ ἀφήνει νὰ φύγεις.
Ἐλάχιστη
αἴσθηση,
λύπη
ὁλόκληρη
δική μου.
Ὁλόκληρη νύχτα.

Μίλα.
Πὲς «ἀστέρι», ποὺ σβήνει.
Δὲν λιγοστεύει ἡ σιωπὴ μὲ μιὰ λέξη.
Πὲς «πέτρα»,
ποὺ εἶναι ἄσπαστη λέξη.
Ἔτσι, ἴσα ἴσα,
νὰ βάλω ἕναν τίτλο
σ᾿ αὐτὴ τὴ βόλτα τὴν παραθαλάσσια.

Κική Δημουλά

Σάββατο 1 Οκτωβρίου 2016

Υπόφωτο

Βραχνή η Περιπέτεια
απ’ το πολύ να λέει
πάει κι αυτό πάει κι αυτό.

Μαλακτικό το φως του Οκτωβρίου.

Το πίνω. Αργά αργά.
Ανακατεύοντάς το συνεχώς
προσεκτικά και αργά.
Μη και χυθεί σταγόνα
από την αίσθηση πως ζω,
που την πίνω αργά αργά
σ’ ένα πολύ ρηχό φλιτζάνι.
Πολύ ρηχό φλιτζάνι
το φως του Οκτωβρίου.
Έχει ένα λάσκο η ατμόσφαιρα.
Την πας πιο δω πιο κει
ανάλογα που θέλεις κάτι ν’ αραιώσει,
κάτι να γίνει πιο πυκνό.
Έχει η ατμόσφαιρα
αυτό που λέμε λιγοστεύει,
είτε πρόκειται για φως
για θεό
φθινοπώριασμα πίστης
για υπόφωτο έρωτα.
Ειν’ η ατμόσφαιρα
διασκορπισμένο και σπασμένο
το μακρύ τραγούδι της συνέχειας:
τι απόγινε, τι απόγινες;


Πάει κι αυτό πάει κι αυτό
τραγουδιστά αποκρίνεται
η λακωνική εξαφάνιση.
Αργά αργά μυθιστορίζεσαι.

Έχει ένα άδειασμα η ατμόσφαιρα.
Αραιοκατοικημένη η περιπάθεια.
Εδώ εκεί να φανεί η πλάτη κάποιου φεύγω
πάει κι αυτό πάει κι αυτό.
Άδειες ονοματοφωλιές
σ’ εσοχές της φωνής,
ξεπουπουλιάσματα ύψους.
Πεινασμένα φωνήεντα
τσιμπάνε με το ράμφος τους
ψόφια τζάμια.

Μια κιτρινίλα. Όχι λαίμαργη.
Τρώει αργά αργά το χρώμα.
Μια κιτρινίλα στα φυτά,
στα φιλάλληλα,
στα καταφύγια φάρδη.
Μελανίες μελιστάλαχτοι
σέρνουν νεκροφόρες φράσεις:
πάει κι αυτό πάει κι αυτό.
Το κόρο του κίτρινου ψέλνει
τη Θεία Ακολουθία της απογύμνωσης.
Ύφεση πολυφωνική.
Ακολουθώ.
Προσέχοντας που πατάω.
Παντού σπασμένο μάκρος.
Μαλακιά και σκεπαστική η ατμόσφαιρα.
Έτσι σου ‘ρχεται να την τραβήξεις ως επάνω
να κουκουλωθείς
να μη βλέπεις άλλο
τι γρήγορα κι απρόσεχτα
ανακατεύουν οι χαμοί
ό, τι εμείς αργά αργά και προσεκτικά
ανακατεύοντας
καθυστερούμε να χαθεί
απ’ το πολύ πολύ ρηχό φλιτζάνι.


(Από την ποιητική συλλογή «Το τελευταίο σώμα μου», 1981)
Κική Δημουλά

Παρασκευή 13 Μαΐου 2016

Τίποτα δὲ θ’ ἀντιληφθεῖς


Τίποτα δὲ θ’ ἀντιληφθεῖς
θὰ διαβάσεις μόνο τὸ πρωὶ
κάτι συνθηματικὰ χείλη γραμμένα
στὸ διπλανὸ ποτήρι σου
μὲ ὁλονύκτιο νερὸ.
Σκέφτομαι ἀπόψε νὰ στείλω τὴ μελαγχολία μου
νὰ κοιμηθεῖ μαζί σου
νὰ μείνω λίγο μόνη.
Στὴν τσάντα της θὰ βάλω
κάτω ἀπ’ τὰ βραδινά της φάρμακα
δῆθεν κατὰ λάθος μιὰ φωτογραφία της
πῶς ἤτανε μικρὴ
μὴ καὶ τὴ νανουρίσεις
καὶ κάτω ἀπ’ τὸ νανούρισμα θὰ κρύψω
μιὰ δεύτερη ἀλλαξιά
μὴ καὶ ἀλλάξουνε τὰ πράγματα
καὶ τὴν κρατήσεις κι αὔριο βράδυ.
Βέβαια, πῶς ἀγαπᾶς νυχτιάτικα τὸν ἄλλον
χωρὶς νὰ τὸν ρωτήσεις. Ἄκου
προστακτικὴ φωνὴ ἦταν ὁ ἔρωτας
πρὶν ἀνακαλυφθεῖ ἡ ἱκεσία.
Ἐξάλλου ἐσὺ τίποτα δὲ θ’ ἀντιληφθεῖς.
Θὰ ξάπλωνε ὄχι δίπλα σου ἀκριβῶς
τὸ ἀκριβῶς εἶναι ἄξενο.
Σὲ παραπλήσια ἄνετη προθυμία
θ’ ἀποκοιμιόταν γέρνοντας
πλάι καὶ κολλητὰ
στὸ μὴ ἀντιληπτόν
- θεῖο πλάσμα. Ἀγάπα με τοῦ λὲς καὶ σ’ ἀγαπάει.

Κική Δημουλά

Τετάρτη 27 Απριλίου 2016

Πάσχα στο φούρνο


Βέλαζε το κατσίκι επίμονα βραχνά.
Άνοιξα το φούρνο με θυμό τί φωνάζεις είπα
σε ακούνε οι καλεσμένοι.
Ο φούρνος σου δεν καίει, βέλαξε
κάνε κάτι αλλιώς θα μείνει νηστική
χρονιάρα μέρα η ωμότητά σας.
Έβαλα μέσα το χέρι μου. Πράγματι.
Παγωμένο το μέτωπο τα πόδια ο σβέρκος
το χορτάρι η βοσκή τα κατσάβραχα
η σφαγή.

(Από τη συλλογή "Ενός λεπτού μαζί")
Κική Δημουλά

Παρασκευή 1 Απριλίου 2016

Κονιάκ μηδέν αστέρων

Χαμένα πᾶνε ἐντελῶς τὰ λόγια τῶν δακρύων.
Ὅταν μιλάει ἡ ἀταξία ἡ τάξη σωπαίνει
-ἔχει μεγάλη πεῖρα ὁ χαμός.
Τώρα πρέπει νὰ σταθοῦμε στὸ πλευρὸ
τοῦ ἀνώφελου.
Σιγὰ σιγὰ νὰ ξαναβρεῖ τὸ λέγειν της ἡ μνήμη
νὰ δίνει ὡραῖες συμβουλὲς μακροζωϊας
σὲ ὅ,τι ἔχει πεθάνει.
Ἂς σταθοῦμε στὸ πλευρὸ ἐτούτης τῆς μικρῆς
Φωτογραφίας
ποὺ εἶναι ἀκόμα στὸν ἀνθὸ τοῦ μέλλοντός της:
νέοι ἀνώφελα λιγάκι ἀγκαλιασμένοι
ἐνώπιον ἀνωνύμως εὐθυμούσης παραλίας.
Ναύπλιο Εὔβοια Σκόπελος;
Θὰ πεῖς
καὶ ποὺ δὲν ἦταν τότε θάλασσα.

(ἀπὸ τὰ Ποιήματα, Ἴκαρος 1998)
Κική Δημουλά

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Ελάνθανε

Ότι ήμουνα ένας άνθρωπος
που όλο με σκυμμένο το κεφάλι

με περπατάγανε οι δρόμοι,
αυτό πράχθηκε φανερά σας.

Σας το αφήνω. Απάνω του λοιπόν,
αποκεφαλίστε το,
μοιράστε το σ’ όλες υποτιμήσεις θέλετε
-πως γην και ύδωρ έδωσα σε φόβους
και σήκωσε κεφάλι η ηττοπάθεια-,

ρίξτε το ολόκληρο
σ’ όσες αδιαφορίες σας κι άλλο πεινάνε,
πετάξτε το σε δυο παλιογραμμούλες τύμβο.

Όμως πώς σκύβοντας
ατένιζα ουρανό,
αυτό δεν θα τ’ αγγίξετε.

Επράχθηκε κρυφά σας,
το έκρυψα καλά
στην ασφαλή του κεφαλιού μου
τη λιμοκτόνα στάση.

Σκύβοντας ουρανό ατένιζα.

Που έφτιαξα από πτώσεις.
Μαζεύοντας σπυρί-σπυρί
ό,τι δεν αφομοίωνε το ύφος.

Έζησα,
τεντωμένο δίχτυ από κάτω,
να συγκρατώ, να περισώζω
λογής-λογής διάττοντες αυτοκτόνους,
τα φωτεινά τους υπολείμματα,
εκεί που όλο και χάνει ύψος,
όλο και πιο πολύ αποχρυσώνεται
της μολυβιάς τους η κραυγή
και λυπηρά απολεπταίνει η αιχμή
της εξαφάνισής τους.

Έζησα,
τεντωμένο δίχτυ από κάτω,
να σώζω λυπηρότητες,
κραυγών αποχρυσώσεις,
αιχμών τα φωτεινά υπολείμματα,
εξαφανίσεων αιχμές.

Έζησα,
συνταιριάζοντας τις πτώσεις
με τις παράταιρες αιτίες τους,
για να μην πάει χαμένο το χαμένό.
Αυτό δεν θα τ’ αγγίξετε.

Είναι από εύφλεκτο εγώ,
θα με τινάξει όλη στον αέρα σας.

Κική Δημουλά

Δευτέρα 30 Μαρτίου 2015

Σημείο αναγνωρίσεως


ἄγαλμα γυναίκας μὲ δεμένα χέρια
Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγὼ σὲ προσφωνῶ γυναίκα κατευθείαν.
Στολίζεις κάποιο πάρκο.
Ἀπὸ μακριὰ ἐξαπατᾶς.
Θαρρεῖ κανεὶς πὼς ἔχεις ἐλαφρὰ ἀνακαθίσει
νὰ θυμηθεῖς ἕνα ὡραῖο ὄνειρο ποὺ εἶδες,
πῶς παίρνεις φόρα νὰ τὸ ζήσεις.
Ἀπὸ κοντὰ ξεκαθαρίζει τὸ ὄνειρο:
δεμένα εἶναι πισθάγκωνα τὰ χέρια σου
μ᾿ ἕνα σκοινὶ μαρμάρινο
κι ἡ στάση σου εἶναι ἡ θέλησή σου
κάτι νὰ σὲ βοηθήσει νὰ ξεφύγεις
τὴν ἀγωνία τοῦ αἰχμαλώτου.
Ἔτσι σὲ παραγγείλανε στὸ γλύπτη:
αἰχμάλωτη.
Δὲν μπορεῖς
οὔτε μία βροχὴ νὰ ζυγίσεις στὸ χέρι σου,
οὔτε μία ἐλαφριὰ μαργαρίτα.
Δεμένα εἶναι τὰ μάτια σου.
Καὶ δὲν εἶν᾿ τὸ μάρμαρο μόνο ὁ Ἄργος.
Ἂν κάτι πήγαινε ν᾿ ἀλλάξει
στὴν πορεία τῶν μαρμάρων,
ἂν ἄρχιζαν τ᾿ ἀγάλματα ἀγῶνες
γιὰ ἐλευθερίες καὶ ἰσότητες,
ὅπως οἱ δοῦλοι,
οἱ νεκροὶ
καὶ τὸ αἴσθημά μας,
ἐσὺ θὰ πορευόσουνα
μὲς στὴν κοσμογονία τῶν μαρμάρων
μὲ δεμένα πάλι τὰ χέρια, αἰχμάλωτη.
Ὅλοι σὲ λένε κατευθείαν ἄγαλμα,
ἐγὼ σὲ λέω γυναίκα ἀμέσως.
Ὄχι γιατὶ γυναίκα σὲ παρέδωσε
στὸ μάρμαρο ὁ γλύπτης
κι ὑπόσχονται οἱ γοφοί σου
εὐγονία ἀγαλμάτων,
καλὴ σοδειὰ ἀκινησίας.
Γιατὶ τὰ δεμένα χέρια σου, ποὺ ἔχεις
ὅσους πολλοὺς αἰῶνες σὲ γνωρίζω,
σὲ λέω γυναίκα.
Σὲ λέω γυναίκα
γιατ᾿ εἶσ᾿ αἰχμάλωτη.
Κική Δημουλά

Δευτέρα 30 Σεπτεμβρίου 2013

Τα πάθη της βροχής

Εν μέσω λογισμών και παραλογισμών
άρχισε κι η βροχή να λιώνει τα μεσάνυχτα
μ’ αυτόν τον πάντα νικημένο ήχο
σι, σι, σι.
Ήχος συρτός, συλλογιστός, συνέρημος,
ήχος κανονικός, κανονικής βροχής.

Όμως ο παραλογισμός
άλλη γραφή κι άλλην ανάγνωση
μού’ μαθε για τους ήχους.
Κι όλη τη νύχτα ακούω και διαβάζω τη βροχή,
σίγμα πλάι σε γιώτα, γιώτα κοντά στο σίγμα,
κρυστάλλινα ψηφία που τσουγκρίζουν
και μουρμουρίζουν ένα εσύ, εσύ, εσύ.

Και κάθε σταγόνα κι ένα εσύ,
όλη τη νύχτα
ο ίδιος παρεξηγημένος ήχος,
αξημέρωτος ήχος,
αξημέρωτη ανάγκη εσύ,
βραδύγλωσση βροχή,
σαν πρόθεση ναυαγισμένη
κάτι μακρύ να διηγηθεί
και λέει μόνο εσύ, εσύ, εσύ,
νοσταλγία δισύλλαβη,
ένταση μονολεκτική,
το ένα εσύ σαν μνήμη,
το άλλο σαν μομφή
και σαν μοιρολατρία,
τόση βροχή για μια απουσία,
τόση αγρύπνια για μια λέξη,
πολύ με ζάλισε απόψε η βροχή
μ’ αυτή της τη μεροληψία
όλο εσύ, εσύ, εσύ,
σαν όλα τ’ άλλα νά’ ναι αμελητέα
και μόνο εσύ, εσύ, εσύ.

Κική Δημουλά




Πέμπτη 24 Ιανουαρίου 2013

Γράψε λάθος


Δεν φτάνει που ήσουν ερχομός θερμοκηπίων
ενόχλησες και την ορθογραφία μου.

Κατ΄επανάληψη λες, μ΄ έπιασες να γράφω
συνδιάζω αντί συνδυάζω που σημαίνει
συν-δύο, βάζω το ένα δίπλα στο άλλο
τα δυό μαζί ενώνω - το ζω το αφήνουμε έξω
γιά μετά, αν πετύχει ο συνδιασμός.

Δεν είναι λάθος φίλε μου.
Είναι μιά πρόωρη ανάπτυξη αδυναμίας.
Δείξε μου εσύ ένα ύψιλον
που να κατάφερε ποτέ σωστά να μας ενώσει.
Συνδιασμοί πολλοί αλλά πόσοι γνώρισαν
τη ρηματική του ζω απεραντοσύνη.

Απ΄τη σκοπιά του καθ΄ ενός η ορθογραφία.
Πάρε γιά παράδειγμα
τι κινητά που γράφεται το ψέμα:
όταν εσύ το εξακοντίζεις προς τον άλλον
σωστά το γράφεις μέσα σου, θαρραλέα.
Όμως όταν εσύ το δέχεσαι κατάστηθα
τότε το γράφεις ψαίμα.

Ρωτάς από που ως που
γράφω τη συμπόνοια με όμικρον γιώτα.
Ποιός ξέρει θα με παρέσυρε η άπνοια
ο ανοίκειος το ποίημα η οίηση
το κοιμητήριο η οικουμένη το οικτρόν
και η αοιδός επιθυμία
απ΄ την αρχή να ξαναγραφόταν ο κόσμος.

Εξάλλου σου θυμίζω η συμπόνια
πρωτογράφτηκε λάθος από το θεό.

Κική Δημουλά

Δευτέρα 19 Νοεμβρίου 2012

Η λιποταξία της Χιονάτης

Έτσι
χωρίς ποτέ να μου διαβάσεις παραμύθια
όπως χωρίς σε μεγαλώσανε και σένα
σπαρτιάτικα - ενώ καλοπερνούν τα ψέματα
και ψέμα ότι τρέφονται με μέλανα ζωμό.
Τρέφονται με τις ανάγκες μας
ανώτερες κι από βασιλικό πολτό.

Σε νυχτωμένο δάσος σε άφησε ο ποιός
και συ δεν ρώτησες ποτέ κανένα παραμύθι
πως να διαφύγεις και από που.
Και μόνο φόβοι
δίνανε στους φόβους σου κουράγιο
εκεί αμετακίνητη να μένεις
στου ανέμου τα μουγκρίσματα
τη νύχτα όσο ξέσκιζε των δέντρων τα κλαδιά
τα ώτα και τα χρόνια.

Έτσι ακριβώς μεγάλωσες και μένα,
σπαρτιάτικα, με νυχτωμένου δάσους
τον μέλανα ζωμό
δε μ΄έστειλες ποτέ σε παραμύθι
να διαφύγω από που.

Κι εγώ όπως εσύ ποτέ δε διανοήθηκα
σπιτάκι φωτισμένο στο βάθος να διακρίνω

ποτέ δεν μπήκα στης Χιονάτης τη δανεική οδό
δε χώθηκα ποτέ σε ξένη σούπα

να κοιμηθώ
ούτε ξεπαγιασμένη καταβρόχθισα
μικρόσωμο κρεβάτι με νάνους σκεπασμένο
για να κρατιέται ζεστουλό.

Μάνα, λες να είναι
κληρονομική η πραγματικότης;

Κική Δημουλά

Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Κυριακή Απόγευμα

Πολλές φορές σε ζήτησα το απόγευμα:
Όταν με βρήκε πίσω απ’ το παράθυρο
να προφητεύω τις συνεχείς σιωπές σου.
Όταν μια βίαιη σκηνή εκτυλίχτηκε
σ’ εμένα ανάμεσα και στο τετελεσμένο.
Όταν προχώρησα στο διπλανό δωμάτιο
κι αυτό το εκάλεσα «φυγή».
Κι άλλες επίμονες φορές σε φώναξε
μεσ’ από έξι λαϊκά τραγούδια
για πιάνο και για δύσκολο απόγευμα.
Κι ακόμα τρεις θρηνητικές μορφές
όταν τα θέματα σουρούπωναν
κι ονόμασα τα μάτια σου
«καθημερινά απογεύματα»
κι όλον εσένα Κυριακή
που είναι μπάντα δύσκολη.


Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος
Κική Δημουλά

Τετάρτη 19 Σεπτεμβρίου 2012

Υπό την απειλή του θέλω


Σοῦ ἔτεινα προσέγγιση
ἀλλὰ ἤδη χαιρετισμὸ μοῦ ἔστελνε τὸ χέρι σου
ἀπογειωμένο σὲ ὕψος ἀσφαλείας του
πάνω ἀπὸ δυὸ χιλιάδες πόδια ὑπολογίζω.

Ἄξιον ἀπορίας τὰ κατάφερα
τηλαισθαντικὸς ἀεροπειρατὴς νὰ μπῶ
στὸν ἐναέριο χῶρο του
καὶ σημαδεύοντας τὸ μὲ μακρύκανο
κυνηγετικὸν αἰφνιδιασμὸ
νὰ χάσει ὕψος τὸ ἀνάγκασα
καὶ μὲς στὸ χέρι μου νὰ προσγειωθεῖ.

Κική Δημουλά

Τετάρτη 27 Ιουνίου 2012

Υποκατάστατο

Σκορπίζουν τῶν δακρύων οἱ μεγάλες συγκεντρώσεις.
Μνήμη καὶ παρὸν ψάχνουν νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ πότε ἀπὸ κεῖνο τὸ εὐκρινὲς χαράκωμα ἡ λύπη πότε ἀπὸ ἀμυδρότερο.
Στρατηγικὴ νὰ δείξει τάχα ὅτι ἔρχονται ἐνισχύσεις.
Ἂς παραδοθεῖ. Ἔχει σχεδὸν ἐπικρατήσει ἡ φωτογραφία σου.
Ἐξαπλώθηκε ὅπου βρῆκε ἄμαχη ἐπιφάνεια ἀποδεκατισμένη αἴσθηση πρόθυμη γιὰ γαλήνη.
Ἀνεμίζει στῶν βλεμμάτων τὰ ὑψώματα ὄχι σὰν ἔθιμο ἀδρανὲς μελαγχολικὸ μὰ ὡς γενναῖος συκοφάντης τῆς ἀπώλειάς σου.
Μέρα τὴ μέρα πείθει πῶς τίποτα δὲν ἄλλαξε ὅτι ἤσουν πάντα ἔτσι, ἀπὸ χαρτὶ ἐκ γενετῆς φωτογραφία σὲ συνάντησα ἀνέκαθεν πὼς ἔτσι σ᾿ ἀγαποῦσα γυρολόγα ἀπὸ εἰκόνα σὲ ἀπεικόνιση κι ἀπὸ ἀπεικόνιση σὲ εἰκόνα σου ἀρκέστηκα.
Μνήμη καὶ παρὸν πρέπει νὰ κρυφτοῦν ἀπὸ τὴ διαύγειά τους.
Ἀραιὰ ποῦ καὶ ποῦ καμιὰ τουφεκιὰ ἀμυδρὴ. Μαρτυρία ὑπέρ σου ἡ λύπη ἂς παραδοθεῖ.
Ὁ μόνος ἀξιόπιστος μάρτυρας ὅτι ζήσαμε εἶναι ἡ ἀπουσία μας.

Κική Δημουλά

Παρασκευή 4 Μαΐου 2012

Γράμμα



Ὁ ταχυδρόμος,
σέρνοντας στὰ βήματά του τὴν ἐλπίδα μου
μοῦ ῾φερε καὶ σήμερα ἕνα φάκελο
μὲ τὴ σιωπή σου.
Τὸ ὄνομά μου γραμμένο ἀπ᾿ ἔξω μὲ λήθη.
Ἡ διεύθυνσή μου ἕνας ἀνύπαρκτος δρόμος.
Ὅμως ὁ ταχυδρόμος
τὸν βρῆκε ἀποσυρμένο στὴ μορφή μου,
κοιτώντας τὰ παράθυρα ποὺ ἔσκυβαν μαζί μου,
διαβάζοντας τὰ χέρια μου
ποὺ ἔπλαθαν κιόλας μιὰ ἀπάντηση.
Θὰ τὸν ἀνοίξω μὲ τὴν καρτερία μου
καὶ θὰ ξεσηκώσω μὲ τὴ μελαγχολία μου
τ᾿ ἄγραφά σου.
Κι αὔριο θὰ σοῦ ἀπαντήσω
στέλνοντάς σου μιὰ φωτογραφία μου.
Στὸ πέτο θὰ ἔχω σπασμένα τριφύλλια,
στὸ στῆθος σκαμμένο
τὸ μενταγιὸν τῆς συντριβῆς.
Καὶ στ᾿ αὐτιά μου θὰ κρεμάσω-συλλογίσου-
τὴ σιωπή σου.

Κική Δημουλά

Δευτέρα 30 Απριλίου 2012

Εύφλεκτη η απόσταση

Ἀσυγχώρητη ἀπροσεξία
νὰ μοῦ στείλεις ἐπὶ χάρτου ἐφημερίδας
ὁλοσέλιδή τη φωτογραφία σου
μὲ ἀναμμένο τὸ τσιγάρο της.

Ἂν ἔπιανε φωτιὰ ἡ παραλαβή;
Ποιὰ πυροσβεστικὴ
ψυχραιμία εἰς μάτην θὰ καλοῦσα
σὲ ποιὸ διανυκτερεῦον ἔγκαυμα
θὰ ἔτρεχα ἀνήμπορο ἐγὼ χαρτὶ καμένο
σὲ ποιὰν ἐξαντλημένη θεραπεία

σὲ ποιὰν ἀποζημίωση μετά.
Ἀσφάλεια ἀναθρώσκοντος καπνοῦ
δὲν ἔχω κάνει.

Κική Δημουλά

Παρασκευή 27 Απριλίου 2012

Δεν έχεις τι να χάσεις


Καλὰ τὰ βγάζει πέρα ἡ μοναξιὰ
φτωχικὰ ἀλλὰ τίμια.
Ἀλλοῦ κοιμᾶται αὐτὴ
κι ἀλλοῦ τὸ ἐγκρατὲς σκεπτικὸ ἐάν.

Μόνο καμιὰ φορὰ
σὲ πειραματισμοὺς τὴν παρασύρει
ἡ περιέργεια
- ὄφις προγενέστερος
καὶ πιὸ φανατικὸς
ἀπ᾿ τὸν νερόβραστον ἐκεῖνον τῆς μηλέας.

Δοκίμασε τῆς λέει, μὴ φοβᾶσαι
δὲν ἔχεις τί νὰ χάσεις
καὶ τὴν πείθει
νὰ κουλουριάζεται πνιχτὰ
νὰ τρίβεται σὰ γάτα ἀνεπαίσθητη
πάνω στὸν διαθέσιμο ἀέρα
ποῦ ἀφήνεις προσπερνώντας.

Ἀπόλαυση πολὺ μοναχικότερη
ἀπὸ τὴ στέρησή της.

Κική Δημουλά